Κατά της ιστορικής αμνησίας… - Φαιακία

Κατά της ιστορικής αμνησίας…

Δεν είναι βέβαια η ιστο­ρι­κή αμνη­σία των λαών, η μονα­δι­κή, ούτε καν η κύρια αιτία, πολ­λών κακο­δαι­μο­νιών τους… Εχει κι αυτή άλλα αίτια, που βρί­σκο­νται πίσω από της… Πολ­λές φορές μάλι­στα, την ενι­σχύ­ει η υπε­ρε­πα­να­στα­τι­κή μας “βεβαιό­τη­τα”, ότι ο λαός δεν ξεχνά… Η ΦΑΙΑΚΙΑ έχει πλει­στά­κις καταγ­γεί­λει αυτή μας τη βεβαιό­τη­τα, που καταρ­ρέ­ει από την έκπλη­ξή της μπρο­στά στην θεα­μα­τι­κή άγνοια νέων ανθρώ­πων για πολύ πρό­σφα­τα δεδο­μέ­να της ιστο­ρί­ας μας, π.χ. ναζι­στι­κή κατο­χή, ολο­καυ­τώ­μα­τα, δολο­φο­νί­ες, εξο­ρί­ες, χού­ντα, Κυπρια­κή προ­δο­σία… Γι’ αυτό, ενό­ψει της 28ης Οκτω­βρί­ου, που σημα­το­δο­τεί την έναρ­ξη μίας ηρω­ϊ­κής, αλη­θι­νά ενω­τι­κής επο­χής, ποτι­σμέ­νης με αίμα πατριω­τών και με ξεπου­λή­μα­τα δοσι­λό­γων, η ΦΑΙΑΚΙΑ “κλέ­βει” από τον ιστό­το­πο enikos.gr το σχε­τι­κό σημεί­ω­μα του Νίκου Μπο­γιό­που­λου, για το ΟΧΙ του Ελλη­νι­κού λαού, που οι από­ντες προ­σπά­θη­σαν να απο­δώ­σουν στον ΜΕΤΑΞΑ, όταν στο τέλος του εμφυ­λί­ου …εγύ­ρι­σε καπά­κι η ζωή…
Η ΦΑΙΑΚΙΑ πιστεύ­ει βαθύ­τα­τα, ότι τέτοια κεί­με­να είναι απο­λύ­τως κατάλ­λη­λα προς ευρυ­τά­τη κυκλο­φο­ρία και διάδοση…

Ποιος είπε το «Όχι»; Ο Μεταξάς;…

Τι
χρειά­ζε­ται αυτός ο τόπος; Αυτός ο τόπος «χρειά­ζε­ται Μετα­ξά­δες» έλε­γε από
βήμα­τος Βου­λής ο χρυ­σαυ­γί­της υπο­φυ­ρε­ρί­σκος, ο βου­λευ­τής Παπ­πάς. Όσο
για τους  Γεωρ­γιά­δη – Βορί­δη ήταν βου­λευ­τές του ΛΑΟΣ όταν ο τότε αρχηγός
τους, ο Καρα­τζα­φέ­ρης, επι­σκε­πτό­ταν ανή­με­ρα της 28ης Οκτω­βρί­ου 2011
το σπί­τι του Μετα­ξά σε ένδει­ξη… «σεβα­σμού και μνή­μης». Η δε «Καθη­με­ρι­νή» δεν
έλει­ψε ποτέ από τα εκδο­τι­κά εκεί­να συγκρο­τή­μα­τα που επι­δα­ψι­λεύ­ουν δάφ­νες στον
«πατριώ­τη» Μετα­ξά που «είπε το Όχι». Μάλι­στα η «Καθη­με­ρι­νή» το έχει πάει και
παρα­πέ­ρα. Ειδι­κά σε εκεί­νο το αφιέ­ρω­μά της για τον φασί­στα Μετα­ξά, στις
4/8/2007 (ανή­με­ρα, δηλα­δή, της κήρυ­ξης της δικτα­το­ρί­ας της «4ης Αυγούστου»)
όταν και ισχυ­ρι­ζό­ταν ότι η δια­κυ­βέρ­νη­ση Μετα­ξά, εκτός από πατριω­τι­κή» που ήταν,
πορεύ­τη­κε και με «χαρα­κτη­ρι­στι­κά φιλο­λαϊ­κού» καθεστώτος…
Είναι
αλή­θεια, λοι­πόν, ότι ο Μετα­ξάς είπε «Όχι» το 1940; Το δικό του «Όχι» γιορτάζουμε
τη Δευ­τέ­ρα; Η’ μήπως ισχύ­ει εκεί­νο που έλε­γε για τον Μετα­ξά ο κεντρώος
πολι­τι­κός, ο Καφα­ντά­ρης, ότι δηλα­δή: «Είπε το ΟΧΙ, ο μόνος Έλλη­νας που θα μπο­ρού­σε να
πει το ΝΑΙ»;
(1).
Όπως θα
δού­με, το «Όχι» του Μετα­ξά δεν ήταν «Όχι» κατά του φασι­στι­κού Άξο­να. Δεν είχε
φυσι­κά καμία σχέ­ση με το «Όχι» του ελλη­νι­κού λαού. Το «όχι» του Μετα­ξά ήταν ένα
τόσο δα … μικρού­λι και ξέπνοο «όχι».
Το λέμε
εξαρ­χής και θα το εξηγήσουμε:
Σε
εκεί­νες τις ιστο­ρι­κές συν­θή­κες το «όχι» του Μετα­ξά ήταν το «Ναι» του φασιστικού
καθε­στώ­τος της μετα­ξι­κής δικτα­το­ρί­ας υπέρ της Αγγλί­ας και όχι υπέρ των
ελευ­θε­ριών του ελλη­νι­κού λαού. Και τού­το για δύο λόγους:
Πρώ­τον,
διό­τι το ελλη­νι­κό κρά­τος, οι πρού­χο­ντες, οι κοτζα­μπά­ση­δες του ελλη­νι­κού κράτους
(και όχι φυσι­κά ο πένη­τας ελλη­νι­κός λαός) είχαν άρρη­κτους δεσμούς δια­πλο­κής με
το βρε­τα­νι­κό κεφά­λαιο. Δεύ­τε­ρον, διό­τι σε κρί­σι­μες στιγ­μές (όπως ένας
Παγκό­σμιος Πόλε­μος) οι επι­λο­γές στρα­το­πέ­δου από τους «Μετα­ξά­δες» δεν γίνονται
με βάση την ιδε­ο­λο­γία τους. Οι «Μετα­ξά­δες» επι­λέ­γουν συμ­μά­χους σύμ­φω­να με τα
ταξι­κά συμ­φέ­ρο­ντα που αυτοί εκπρο­σω­πούν. Και τα ταξι­κά συμ­φέ­ρο­ντα που
εκπρο­σω­πού­σε ο Μετα­ξάς και το καθε­στώς του, ήταν απο­λύ­τως εξαρ­τη­μέ­να και
δια­συν­δε­δε­μέ­να με την Αγγλία. Γεγο­νός που δεν θα μπο­ρού­σε να παρα­βλέ­ψει ο – και
κατά τα άλλα – πολύ καλός φίλος του Γκαί­μπελς, ο Μεταξάς.

Για να
αντι­λη­φθεί κανείς τα τερά­στια οικο­νο­μι­κά συμ­φέ­ρο­ντα που παί­ζο­νταν στην Ελλάδα
και το μέγε­θος της οικο­νο­μι­κής επιρ­ρο­ής της Αγγλί­ας στη χώρα είναι ενδεικτικό
το εξής στοιχείο:
Το
εξω­τε­ρι­κό χρέ­ος της χώρας το 1932 έφτα­νε τα 1,022 δισε­κα­τομ­μύ­ρια χρυ­σά φράγκα,
ενώ το εσω­τε­ρι­κό χρέ­ος ήταν 144 εκα­τομ­μύ­ρια χρυ­σά φρά­γκα. Βασι­κοί δανει­στές της
χώρας και κάτο­χοι των ελλη­νι­κών χρε­ο­γρά­φων ήταν ο οίκος «Hambro» του Λονδίνου,
το συγκρό­τη­μα «Speyer and Co» της Ν. Υόρ­κης και η Εθνι­κή Τρά­πε­ζα Αθη­νών. Το 67,42% του
εξω­τε­ρι­κού χρέ­ους ήταν αγγλι­κά κεφά­λαια, το 9,88% ήταν κεφά­λαια των ΗΠΑ, το
7,52% ήταν γαλ­λι­κά κεφά­λαια,
το 5,40% σου­η­δι­κά, το 3,44%
βελ­γι­κά. Μόλις το 1,7% ήταν γερ­μα­νι­κά και μόλις το 1,65% ήταν ιτα­λι­κά (2).
Επο­μέ­νως,
ήταν τέτοια η πρόσ­δε­ση της Ελλά­δας στην Αγγλία, που το μετα­ξι­κό καθε­στώς δεν θα
μπο­ρού­σε ποτέ να δια­νοη­θεί να στα­θεί απέ­να­ντί της. Είναι χαρα­κτη­ρι­στι­κός ο
τρό­πος που οι ίδιοι οι Άγγλοι απο­τι­μού­σαν το (φασι­στι­κό) καθε­στώς Μετα­ξά, το
οποίο με την εγκα­θί­δρυ­σή του όχι μόνο δεν περιό­ρι­σε, αλλά αντί­θε­τα ενί­σχυ­σε τις
σχέ­σεις της χώρας με την Αγγλία. Ο υφυ­πουρ­γός της Αγγλί­ας, Ρ. Βάν­σι­ταρτ, έγραφε
σε υπό­μνη­μά του το Μάη του 1937 για τις ελλη­νο­βρε­τα­νι­κές σχέ­σεις: «Βρή­κα­με ότι
το καθε­στώς Μετα­ξά είναι πολύ πιο συνεν­νο­ή­σι­μο από πολ­λά από τα προϋπάρχοντα
καθε­στώ­τα» (3).
 Όσο
για τον Μετα­ξά, τον Μάη του 1940, λίγους μήνες πριν την κήρυ­ξη του πολέμου,
έλε­γε στην  «Ντέι­λι Τέλε­γκραφ»:«Είμε­θα ουδέ­τε­ροι εφ’ όσον χρό­νον η
Αγγλία θέλει να είμε­θα ουδέ­τε­ροι. Τίπο­τα δεν κάνο­με χωρίς συνεν­νό­η­σιν με την
Αγγλία και, τις περισ­σό­τε­ρες φορές ό,τι κάνο­με γίνε­ται κατά σύστα­σιν ή
παρά­κλη­σιν της Αγγλί­ας. Η Ελλάς είναι ζωτι­κό τμή­μα της αγγλι­κής αυτοκρατορικής
αμύ­νης»
(4)
Την
ίδια επο­χή, στις 6/5/1940, παρα­μο­νές του πολέ­μου, επα­να­λάμ­βα­νε: «Είναι φυσι­κό,
κρά­τη παρα­θα­λάσ­σια σαν εμάς να είμε­θα φιλι­κά με τους Άγγλους
και κράτη
μεσό­γεια σαν τη Βουλ­γα­ρία, με τους Γερ­μα­νούς.
Η δια­φο­ρά των
πολι­τευ­μά­των δεν παί­ζει ρόλο (…).
Και η Ιτα­λία στο
βάθος, τη φιλία προς την Αγγλία ζητά. Μόνο που αυτή ακο­λου­θεί το δρό­μο του
μεγά­λου, ενώ εμείς είμα­στε μικροί» (5)
Αλλά
ακό­μα και πριν από την κήρυ­ξη της δικτα­το­ρί­ας του, ο Μετα­ξάς ήταν σαφής: «Αν και είναι
βεβαί­ως παρά­τολ­μον εις την πολι­τι­κή να δημιουρ­γή κανείς δόγ­μα­τα, η Ελλάς
δύνα­ται να θέση ως δόγ­μα πολι­τι­κόν ότι εν ουδε­μία περι­πτώ­σει δύνα­ται να ευρεθή
εις στρα­τό­πε­δον αντί­θε­τον εκεί­νου εις το οποί­ον θα ευρί­σκε­το η Αγγλία. Δυνάμεθα
τού­το να το θεω­ρή­σω­μεν ως δόγ­μα. Εγώ του­λά­χι­στον το ασπά­ζο­μαι» (6)

Το «Όχι»
λοι­πόν του Μετα­ξά δεν είχε τίπο­τα το «πατριω­τι­κό». Ήταν… «συμ­φε­ρο­ντο­λο­γι­κό».
Και μάλι­στα υπό την πιο ιτα­μή εκδο­χή του «συμ­φέ­ρο­ντος». Δηλα­δή του συμφέροντος
ενός ταξι­κού καθε­στώ­τος που, παρά τη δια­φο­ρά των πολι­τευ­μά­των, συνέχιζε
αδια­τά­ρα­κτα την πρόσ­δε­ση της Ελλά­δας υπό το «αγγλι­κό δόγ­μα» και αντι­με­τώ­πι­ζε τη
χώρα ως «ζωτι­κό τμή­μα της αγγλι­κής αυτο­κρα­το­ρι­κής αμύνης».



Αυτή
ήταν η σχέ­ση του Μετα­ξά με τον «πατριω­τι­σμό».
Και δεν
θα μπο­ρού­σε να είναι δια­φο­ρε­τι­κά για ένα καθε­στώς που δολοφονούσε
 εργά­τες, όπως δολο­φό­νη­σε ο Μετα­ξάς τους καπνερ­γά­τες το ’36. Για ένα
καθε­στώς που διέ­πρα­ξε το αδια­νό­η­το: Παρέ­δω­σε στην Γκε­στά­πο (και μάλι­στα μετά
από το ιστο­ρι­κό γράμ­μα του Ζαχα­ριά­δη) τους πραγ­μα­τι­κούς πατριώ­τες, τους Έλληνες
δημο­κρά­τες και κομ­μου­νι­στές πολι­τι­κούς κρα­τού­με­νους, που ζητού­σαν να πολεμήσουν
τον εισβο­λέα. Που διέ­δι­δε τα «φώτα του ελλη­νι­κού πολι­τι­σμού» μέσω των πρακτικών
του Έλλη­να «Μέγκε­λε», του αρχι­δο­λο­φό­νου (και κατο­πι­νού βου­λευ­τή της ΕΡΕ)
Μανια­δά­κη, δεξί χέρι του Μετα­ξά, που πολ­λές από τις μεθό­δους του στα
μπου­ντρού­μια της Ασφά­λειας εφαρ­μό­στη­καν στα χιτλε­ρι­κά στρα­τό­πε­δα και στα
μπου­ντρού­μια των δικτα­το­ριών της Λατι­νι­κής Αμε­ρι­κής. Δεν θα μπο­ρού­σε να έχει
καμία σχέ­ση με τον πατριω­τι­σμό ένα καθε­στώς, μέσω του οποί­ου, όπως ο ίδιος ο
Μετα­ξάς έλε­γε: «Η Ελλά­δα έγι­νε ένα Κρά­τος αντι­κομ­μου­νι­στι­κό, Κράτος
αντι­κοι­νο­βου­λευ­τι­κό, Κρά­τος ολο­κλη­ρω­τι­κό…».
Ένα καθε­στώς
που μετά τη στά­ση πλη­ρω­μών του 1932, κι ενώ η Ελλά­δα πλή­ρω­νε μετά από συμφωνίες
με τους δανει­στές το 30% των τόκων που χρω­στού­σε, εκεί­νο – το καθεστώς
Μετα­ξά  – εξα­σφά­λι­σε σε τοκο­γλύ­φους και κερ­δο­σκό­πους απο­πλη­ρω­μές που
έφτα­σαν μέχρι και το 43%. Δεν θα μπο­ρού­σε να έχει καμία σχέ­ση με τον
πατριω­τι­σμό ένα καθε­στώς που περι­γρά­φε­ται ως εξής:
«Τα
βασα­νι­στή­ρια
που εφάρ­μο­σαν οι χαφιέ­δες της δικτα­το­ρί­ας (σ.σ.:
του Μετα­ξά) ενα­ντί­ον των αντι­πά­λων του καθε­στώ­τος, των κομμουνιστών,
σοσια­λι­στών, δημο­κρα­τι­κών, ενα­ντί­ον των πρω­το­πό­ρων εργα­τών, φοι­τη­τών, αγροτών
και δια­νο­ου­μέ­νων είναι πολύ δύσκο­λο να περι­γρα­φούν. 
Το ρετσι­νό­λα­δο και ο πάγος
ήταν από τις κυριό­τε­ρες μεθό­δους βασα­νι­σμού για την απόσπαση
“ομο­λο­γιών” και “δηλώ­σε­ως μετα­νοί­ας”. Το βασα­νι­στή­ριο του
ρετσι­νό­λα­δου εφαρ­μο­ζό­ταν περί­που με τον παρα­κά­τω τρό­πο: Στο τρα­πέ­ζι του
ανα­κρι­τή – βασα­νι­στή υπήρ­χαν τρία ποτή­ρια, το ένα με 30 δρά­μια, το άλλο με 75
και το τρί­το με 100 δρά­μια ρετσι­νό­λα­δο. Αν ο ανα­κρι­νό­με­νος δεν ομο­λο­γού­σε ή δεν
υπέ­γρα­φε του έδι­ναν να πιει το πρώ­το ποτή­ρι. Στην περί­πτω­ση που αρνιό­ταν και
έφερ­νε αντί­στα­ση άρχι­ζαν το
άγριο ξυλο­κό­πη­μα, τη φάλαγ­γα ή
χρη­σι­μο­ποιού­σαν άλλες μεθό­δους βασα­νι­σμού. Ύστε­ρα από μισή ώρα, εφό­σον ο
αρχι­βα­σα­νι­στής – ανα­κρι­τής το έκρι­νε σκό­πι­μο, ακο­λου­θού­σε το δεύ­τε­ρο στάδιο
ανά­κρι­σης και ο κρα­τού­με­νος έπι­νε το δεύ­τε­ρο ποτή­ρι των 75 δρα­μιών. Αν η
αντί­στα­ση του κρα­του­μέ­νου ήταν μεγά­λη, ύστε­ρα από ένα τετρά­ω­ρο γινό­ταν και η
τρί­τη “ανά­κρι­σις” και τον υπο­χρέ­ω­ναν να πιει ένα ποτή­ρι των 100
δρα­μιών. Σ’ αυτό το διά­στη­μα και αρκε­τές ώρες ύστε­ρα από την επε­νέρ­γεια του
καθαρ­τι­κού, ο κρα­τού­με­νος ήταν κλει­σμέ­νος στο κελί του και δεν του επέ­τρε­παν να
πάει στο απο­χω­ρη­τή­ριο απο­τέ­λε­σμα ήταν ότι ο κρα­τού­με­νος γινό­ταν αλη­θι­νό ράκος
και το κελί, στο οποίο τον άφη­ναν κλει­σμέ­νο τέσ­σε­ρις, πέντε και περισσότερες
μέρες, αλη­θι­νός υπό­νο­μος. Το δεύ­τε­ρο βασα­νι­στή­ριο ήταν
η στή­λη πάγου. Ανέ­βα­ζαν τον
κρα­τού­με­νο στην ταρά­τσα της Ασφά­λειας και τον υπο­χρέ­ω­ναν να καθί­σει γυμνός πάνω
σε μια στή­λη πάγου. Το απο­τέ­λε­σμα ήταν το ίδιο με του ρετσι­νό­λα­δου. Ο
κρα­τού­με­νος γινό­ταν αλη­θι­νό ράκος. Πολ­λές φορές οι βασα­νι­στές τον υπο­χρέ­ω­ναν να
κάθε­ται τόση πολ­λή ώρα πάνω στον πάγο, ώστε ορι­σμέ­νοι κρα­τού­με­νοι πάθαιναν
κρυο­πα­γή­μα­τα (…). Άλλο βασα­νι­στή­ριο ήταν το
τρά­βηγ­μα των
νυχιών με τσι­μπί­δες
. Σε άλλους έβα­ζαν σπίρ­τα στα νύχια και τα άνα­βαν ή
τους έκαι­γαν το κορ­μί με τσι­γά­ρο. Άλλους τους
χτυ­πού­σαν με σακου­λά­κια άμμο στα πόδια. Το ξύλο και τα βασα­νι­στή­ρια γίνονταν
συνή­θως στην ταρά­τσα της Γενι­κής ή Ειδι­κής Ασφά­λειας για να μην ακού­γο­νται οι
φωνές του κρα­του­μέ­νου (…).
Οι βασα­νι­στές του Κ. Μανια­δά­κη χρησιμοποιούσαν
και πολ­λά άλλα μέσα για να απο­σπά­σουν “ομο­λο­γί­ες” ή
“δηλώ­σεις” και να υπο­τά­ξουν τους δημο­κρά­τες στο φασι­στι­κό καθεστώς.
Μια μεσαιω­νι­κή μέθο­δος βασα­νι­σμού που χρη­σι­μο­ποιού­σαν ήταν
το σιδε­ρέ­νιο
στε­φά­νι
. Το περ­νού­σαν στο κεφά­λι του κρα­του­μέ­νου και το
έσφιγ­γαν σιγά σιγά όσο προ­χω­ρού­σε η ανά­κρι­ση. Άλλο μέσο ήταν η περίφημη
“πιπε­ριά” που προ­κα­λού­σε φοβε­ρό άγχος στον κρα­τού­με­νο και η
“γάτα” που κατα­ξέ­σκι­ζε τις σάρ­κες. Η πιο συνη­θι­σμέ­νη μέθο­δος ήταν η
“φάλαγ­γα”. Αφού επί ώρες έδερ­ναν οι βασα­νι­στές τον κρα­τού­με­νο στα
πέλ­μα­τα με δεμέ­να πόδια σ’ ένα κρε­βά­τι ή μια καρέ­κλα, ύστε­ρα τον υπο­χρέ­ω­ναν να
τρέ­χει ξυπό­λυ­τος στην ταρά­τσα της Ασφά­λειας. Η ίδια ομά­δα βασα­νι­στών στην
Ασφά­λεια χρη­σι­μο­ποιού­σε και μια ακό­μα βάρ­βα­ρη μέθο­δο: Αφού έκα­νε ράκος τον
κρα­τού­με­νο από το ξύλο, τον περιέ­λου­ζε κατό­πιν με κου­βά­δες βρώ­μι­κο νερό (…).
Υπο­λο­γί­ζε­ται ότι εκτός από τους δεκά­δες αγω­νι­στές που πέθα­ναν από τις κακουχίες
στις φυλα­κές και τις εξο­ρί­ες και τις
εκα­το­ντά­δες που
παρα­δό­θη­καν από το ξενο­κί­νη­το καθε­στώς της 4ης Αυγού­στου στους Γερμανοϊταλούς
κατα­κτη­τές και εκτε­λέ­στη­καν,
12 του­λά­χι­στον δολο­φο­νή­θη­καν στην
περί­ο­δο της 4ης Αυγού­στου κατά τον ίδιο τρό­πο στα διά­φο­ρα φασι­στι­κά κάτεργα.
Γενι­κή αρχή του καθε­στώ­τος ήταν
“σακα­τεύ­ε­τε, αλλά μη
σκο­τώ­νε­τε”.
Οι αφη­νια­σμέ­νοι βασα­νι­στές δεν μπο­ρού­σαν πάντα να
συγκρα­τή­σουν το “ζήλο” τους σε ορι­σμέ­να όρια. Έπει­τα, πολλές
δολο­φο­νί­ες έγι­ναν προ­με­λε­τη­μέ­να, για­τί το καθε­στώς ήθε­λε να
“ξεπα­στρέ­ψει” και μερι­κούς για να φοβη­θούν και να “σπά­ζουν”
ευκο­λό­τε­ρα οι άλλοι. Σε πολ­λές δεκά­δες φτά­νουν οι πολί­τες που τρελάθηκαν,
έγι­ναν φυμα­τι­κοί ή ανά­πη­ροι ή υπέ­φε­ραν για πολ­λά χρό­νια ύστε­ρα από τα
βασα­νι­στή­ρια (…)» (7).
Από τις
τάξεις αυτού, του φασι­στι­κού και δολο­φο­νι­κού μετα­ξι­κού καθε­στώ­τος, από τις
τάξεις εκεί­νων που διό­ρι­σαν πρω­θυ­πουρ­γό τον Μετα­ξά το 1936, τους από­ντες από το
μεγα­λειώ­δες «Όχι» του ελλη­νι­κού λαού στα βου­νά, στις πόλεις και στα χωριά,
βγή­καν οι δοσί­λο­γοι, οι γερ­μα­νο­τσο­λιά­δες και οι ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες. Αυτοί που όταν
ο ελλη­νι­κός λαός πολε­μού­σε και απε­λευ­θέ­ρω­νε τη χώρα από τους κατακτητές,
εκεί­νοι έδι­ναν τον παρα­κά­τω όρκο:
«Ορκί­ζο­μαι εις τον
Θεόν τον άγιον τού­τον όρκον, ότι θα υπα­κούω απο­λύ­τως ΕΙΣ ΤΑΣ ΔΙΑΤΑΓΑΣ ΤΟΥ
ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΑΔΟΛΦΟΥ ΧΙΤΛΕΡ. Θα εκτε­λώ πιστώς απάσας
τας ανα­τε­θει­σο­μέ­νας μοι υπη­ρε­σί­ας και θα υπα­κούω άνευ όρων εις τας δια­τα­γάς των
ανω­τέ­ρων μου. Γνω­ρί­ζω καλώς, ότι διά μίαν αντίρ­ρη­σιν ενα­ντί­ον των υποχρεώσεών
μου, τας οποί­ας διά του παρό­ντος ανα­λαμ­βά­νω, θέλω τιμω­ρη­θή ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ
ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ».


Όρκος των Ταγ­μά­των Ασφαλείας)…


Αντί­θε­τα,
οι πραγ­μα­τι­κοί πατριώ­τες, αυτοί που μαζί με τη συντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία του
ελλη­νι­κού λαού έδω­σαν τον αγώ­να για το ψωμί, την τιμή και τη λευ­τε­ριά του λαού,
ήταν οι άλλοι. Και οι όρκοι τους ήταν αυτοί:
   «Εγώ, παι­δί του Ελλη­νι­κού Λαού, ορκί­ζο­μαι ν’ αγω­νι­στώ πιστά
στις τάξεις του ΕΛΑΣ για το διώ­ξι­μο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις
ελευ­θε­ρί­ες του Λαού μας, κι ακό­μα, να είμαι πιστός και άγρυ­πνος φρουρός
προ­στα­σί­ας στην περιου­σία και το βιός του αγρό­τη. Δέχο­μαι προ­κα­τα­βο­λι­κά και την
ποι­νή του θανά­του αν ατι­μά­σω την ιδιό­τη­τά μου ως πολε­μι­στής του Έθνους και του
λαού και υπό­σχο­μαι να δοξά­σω και να τιμή­σω το όπλο που κρα­τώ και να μην το
παρα­δώ­σω εάν δεν ξεσκλα­βω­θεί η Πατρί­δα μου και δεν γίνει ο Λαός νοι­κο­κύ­ρης στον
τόπο του». 
 (Ο Όρκος της πρώ­της αντάρ­τι­κης ομά­δας του ΕΛΑΣ στη
Ρού­με­λη που έγρα­ψε ο Άρης Βελου­χιώ­της και δόθη­κε το 1942 στη Γραμ­μέ­νη Οξιά). 
«Ορκί­ζο­μαι στον Ελλη­νι­κό Λαό και τη συνεί­δη­σή μου, ότι θ’ αγω­νι­σθώ έως
την τελευ­ταία στα­γό­να του αίμα­τός μου για την πλή­ρη απε­λευ­θέ­ρω­ση της Ελλάδας
από τον ξένο ζυγό. Ότι θα αγω­νι­στώ για την περι­φρού­ρη­ση των συμ­φε­ρό­ντων του
Ελλη­νι­κού Λαού και την απο­κα­τά­στα­ση και κατο­χύ­ρω­ση των ελευ­θε­ριών και όλων των
κυριαρ­χι­κών δικαιω­μά­των του. Για τον σκο­πό αυτό θα εκτε­λώ ευσυ­νεί­δη­τα και
πει­θαρ­χι­κά τις εντο­λές και οδη­γί­ες των ανω­τέ­ρων μου οργά­νων και θ’ αποφεύγω
κάθε πρά­ξη που θα με ατι­μά­ζη σαν άτο­μο και σαν αγω­νι­στή του Εργα­ζό­με­νου Ελληνικού
Λαού». 

Όρκος του Ελασ­σί­τη, όπως δημο­σιεύ­τη­κε στον «Απε­λευ­θε­ρω­τή», όργα­νο της ΚΕ του
ΕΛΑΣ,  Αθή­να 27 Απρι­λί­ου 1943)
Αυτοί
ήταν οι πατριώ­τες που είπαν το «Όχι» στην Κατο­χή. Αυτοί, οι κυνη­γη­μέ­νοι από το
καθε­στώς Μετα­ξά πριν τον πόλε­μο, οι κυνη­γη­μέ­νοι ΕΑΜί­τες από το μετά Βάρ­κι­ζα και
από το μετεμ­φυ­λια­κό καθε­στώς. Αυτοί ήταν που όταν χρειά­στη­κε έδει­ξαν το πώς οι
πατριώ­τες αγα­πούν την Ελλά­δα. Όπως ακρι­βώς το είχε πει ο Μπε­λο­γιάν­νης στους
στρα­το­δί­κες του:
 «Με
την καρ­διά τους και με το αίμα τους». 
****

(1)
Φοί­βου Γρη­γο­ριά­δη: «Ιστο­ρία της Σύγ­χρο­νης Ελλά­δας 1909 – 1940», εκδό­σεις Κ.
Καπό­που­λος, τόμος 4ος, σελ. 344

(2«Ιστο­ρία Ελλη­νι­κού Εθνους», «Εκδο­τι­κή Αθη­νών» τόμος
ΙΕ, σελ. 335-338

(3)  Γ. Ανδρι­κό­που­λου: «Οι ρίζες του ελληνικού
φασι­σμού», εκδό­σεις «ΔΙΟΓΕΝΗΣ», σελ 25

(4«Τα Μυστι­κά Αρχεία του Φόρεϊν Οφφις», ΒΙΠΕΡ,
εκδό­σεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», σελ. 76

(5)
Ιωάν­νου Μετα­ξά:  «Ημε­ρο­λό­γιο», εκδό­σεις «Γκο­βό­στης», τόμος Δ’, σελ. 467

(6)
Ιωάν­νου Μετα­ξά: «Ημε­ρο­λό­γιο», τόμος Δ’, σελ. 77.

(7)
Σπύ­ρου Λιναρ­δά­του, «Η 4η Αυγού­στου», εκδό­σεις «Θεμέ­λιο»

email: mpog@enikos.gr

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted