IN MEMORIAM: ΣΑΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ… - Φαιακία

IN MEMORIAM: ΣΑΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ…

Με ξεχω­ρι­στή ικα­νο­ποί­η­ση παρου­σιά­ζου­με το ιστο­ρι­κό αφήγημα
του φίλ­τα­του Δημή­τρη Λεβέ­ντη για την πρώ­τη συναυ­λία του Μίκη Θεοδωράκη
στην Κέρ­κυ­ρα. Ο Δημή­τρης ζωντα­νεύ­ει με γλα­φυ­ρό λόγο εκεί­νες τις δύσκο­λες και
ιστο­ρι­κές επο­χές, που σήμε­ρα τις επεν­δύ­ουν ο ρομα­ντι­σμός και η νοσταλγία.

 


«Έπε­φταν και σηκώ­νο­νταν σαν τα φτε­ρά ενός πληγωμένου
Αλμπα­τρός
…»

Έτσι παρο­μοί­α­σε ο μου­σι­κο­κρι­τι­κός του Le Monde τα
χέρια του Μίκη Θεο­δω­ρά­κη που διεύ­θυ­νε την ορχή­στρα του στην χτε­σι­νή πρώ­τη του
συναυ­λία στην Γαλλία.

Ήταν Σεπτέμ­βρης του 1970 κι ακου­γό­ταν η φωνή του
Φρα­γκί­σκου Σομα­ρί­πα, που παρου­σί­α­ζε την ελλη­νι­κή ραδιο­φω­νι­κή εκπο­μπή του ORTF
μαζί με την Εύη Δεμί­ρη και τον Ριχάρ­δο Σωμε­ρί­τη και μετα­δι­δό­ταν κάθε μεσημέρι.*

Αυτό­μα­τα προ­βλή­θη­κε στο μυα­λό η εικό­να εκεί­νης της
ολό­μαυ­ρης τερά­στιας φιγού­ρας, τα χέρια της έπε­φταν από­το­μα σαν λαβω­μέ­να πουλιά
και ξανα­ση­κώ­νο­νταν γεμά­τα ζωντά­νια, ψηλά και ορι­ζό­ντια στη σκη­νή του Παλ­λάς, το
Σάβ­βα­το 24 Οκτώ­βρη του 1964.

Ναι, αυτή ήταν η τέλεια περι­γρα­φή της μορ­φής του Μίκη…

Θα προ­σπα­θή­σω να περι­γρά­ψω αυτές τις μέρες, όπως
απο­τυ­πώ­θη­καν στη μνή­μη ενός παι­διού της Έκτης δημοτικού.

Τη συναυ­λία διορ­γά­νω­σε, εκεί­νο τον γόνι­μο χαρού­με­νο καιρό
πριν τη δικτα­το­ρία, ο Καλ­λι­τε­χνι­κός Όμι­λος “Πορεία“.

Μάχος Ρούσ­σης, Πίπος Ανα­γνώ­στης, Γιάν­νης Μωραϊτης,
Φραν­τζής Κάτσα­ρος, Φίλιπ­πος Βλά­χος, ο συντη­ρη­τι­κός δημο­σιο­γρά­φος Διογένης
Μαυ­ρό­που­λος, η Γιο­λά­ντα Καβ­βα­δία, η Βασι­λι­κή Μωραϊ­τη, η Μαρί Τσα­τσο­πού­λου
. Πολ­λές
γυναί­κες, όλες προ­ερ­χό­με­νες από την ΕΠΟΝ.

Ο Όμι­λος “Πορεία”, που δεν λει­τουρ­γού­σε σαν
μετω­πι­κή της ΕΔΑ αλλά μάζευε ό,τι πιο ανή­συ­χο και πρω­το­πό­ρο μαχό­ταν στον τόπο,
έχει αδι­κη­θεί ιστο­ρι­κά, μιας και σχε­δόν τίπο­τε δεν έχει γρα­φτεί ή ειπω­θεί τα
μετα­πο­λι­τευ­τι­κά χρό­νια για τη συλ­λο­γι­κό­τη­τα αυτή με την τερά­στια προσφορά.

Στην γενι­κό­τε­ρη γραμ­μή απα­ξί­ω­σης της πολι­τι­κής της
ηττη­μέ­νης ΕΔΑ, που σ’ αυτήν και τη δεξιά της πολι­τι­κή έπε­φτε η επιφανειακή
ευθύ­νη της καλ­λιέρ­γειας ψευ­δαι­σθή­σε­ων για επερ­χό­με­νο κίν­δυ­νο πρα­ξι­κο­πή­μα­τος, οι
πολύ­τι­μες αυτές δρα­στη­ριό­τη­τες ξεχά­στη­καν κι αντι­με­τω­πί­ζο­νταν σαν ανούσιες
πρω­το­βου­λί­ες μιας απο­μο­νω­μέ­νης ιντελλιγκέντσιας.

Από­δει­ξη, πως οι πρω­το­βου­λί­ες του Μάχου για
επα­να­δρα­στη­ριο­ποί­η­ση της “Πορεί­ας” στην Κέρ­κυ­ρα μετά το ’74 δεν
βρή­καν ανταπόκριση.

Πέρα­σαν χρό­νια για να κατα­λά­βω ότι αυτή η δεξιά γραμμή
ήταν ταυ­τό­ση­μη στην πρά­ξη με τη γραμ­μή του Κόμ­μα­τος που ήμουν ενταγ­μέ­νος και
ότι οι λεγκα­λί­στι­κοι αντι­κα­το­πτρι­σμοί που καλ­λιερ­γού­σε η ΕΔΑ ίσχυαν και για την
υπο­τι­θέ­με­νη “μαρ­ξι­στι­κή-λενι­νι­στι­κή” ανά­λυ­ση των γρα­φειο­κρα­τών του
Κουκουέ.

Θεα­τρι­κές παρα­στά­σεις όπως οι «Όρνι­θες» του Κουν,
μπα­λέ­τα της Ραλ­λούς Μάνου και δωρε­άν προ­βο­λές νεο­ρε­α­λι­στι­κού και γαλλικού
κινη­μα­το­γρά­φου στο Παλ­λάς, ερα­σι­τε­χνι­κές παρα­στά­σεις στον Φοί­νι­κα όπου θυμάμαι
τον «Έμπο­ρο της Βενε­τί­ας» με Σάι­λοκ τον Μαυρόπουλο. 

Η απο­στο­λή είχε κατα­λύ­σει στο ξενο­δο­χείο που είχαν
νοι­κιά­σει και δια­χει­ρί­ζο­νταν οι γονείς μου, το «Ιόνιον», στο Νέο Λιμάνι,
σχε­δια­σμέ­νο από την Ελέ­νη Σου­φλή και τον Γιάν­νη Τρύφωνα. 

Είχαν φτά­σει από την προη­γού­με­νη μέρα ο Μπι­θι­κώ­τσης με
την οικο­γέ­νειά του σ’ ένα άσπρο Φίατ 124 γεμά­το δια­κο­σμη­τι­κές λωρί­δες νίκελ,
κρε­μα­σμέ­να χαϊ­μα­λιά και «μπα­μπά μην τρέχεις».

Πάντα κου­στου­μα­ρι­σμέ­νος στην πένα, με γκριζαρισμένα
μαλ­λιά, λεπτό μου­στά­κι “σιδη­ρο­γραμ­μή” αλφα­δια­σμέ­νη γραμ­μή και ένα
τερά­στιο δακτυ­λί­δι στον παρά­με­σο. Σημειο­λο­γι­κά δείγ­μα­τα των παι­διών της Πιάτσας
τότε. 

Ο Μίκης έφτα­σε μεσά­νυ­χτα με τις δύο τρα­γου­δί­στριες και
τον Καρνέζη.

Αν και ταλαι­πω­ρη­μέ­νη από το ταξί­δι, η μαύ­ρη Σιτροέν
DS21 έδει­χνε αυτό που την όρι­ζε το γαλ­λι­κό λογο­παί­γνιο με τα αρχι­κά της DS (D=de,
S=es, De+Es=Dees, όπου με προ­στι­θέ­με­νη την άκλη­τη συλ­λα­βή “se”
προ­κύ­πτει η λέξη Deesse, το θηλυ­κό του Deus του Διός, δηλα­δή “Θεά”).

Όταν την πήγε για πλύ­σι­μο ο Κώστας,** είχα την
ευκαι­ρία να κάτσω στη θέση του συνο­δη­γού που έμοια­ζε με σπι­τι­κή πολυ­θρό­να και
να νιώ­σω την γλυ­κιά ευχα­ρί­στη­ση του ανε­βο­κα­τε­βά­σμα­τος της υδραυ­λι­κής ανάρτησης
που τότε ήταν παγκό­σμια πρωτοτυπία.

Οι δυο τρα­γου­δί­στριες πολύ νέες και συνεσταλμένες.

Η μια ήταν ψηλή, μελα­χρι­νή, με τα μαλ­λιά τραβηγμένα
πάνω, σε κόμ­μω­ση στυλ “κυψέ­λη” που τόνι­ζε το θαυ­μά­σιο ευγενικό
πρό­σω­πό της. Διέ­θε­τε όλα τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά και τη χάρη της γυναί­κας που στις
αντρο­πα­ρέ­ες απο­κα­λεί­ται “Ελλη­νι­δά­ρα”.

Προ­ερ­χό­ταν από τον χώρο του ελα­φρού τρα­γου­διού πριν
την πάρει μετα­γρα­φή ο Μ.Θ. Ήταν η Σού­λα Μπιρ­μπί­λη, μόλις 21 χρο­νών, που την
επό­με­νη χρο­νιά κατέ­κτη­σε το Α’ βρα­βείο στο Φεστι­βάλ Θεσ­σα­λο­νί­κης με το τραγούδι
του Νότη Μαυ­ρου­δή «Ήταν μεγά­λη νύχτα» σε στί­χους του Γιάν­νη Κακουλίδη.

Είχε συμ­με­τά­σχει σε δύο LP του συν­θέ­τη που είχαν
κυκλο­φο­ρή­σει ήδη εκεί­νη τη χρο­νιά από τη Lyra: Τις «Μικρές Κυκλά­δες» σε ποίηση
Ελύ­τη, το «ένας Όμη­ρος» του Μπρέ­νταν Μπή­αν*** σε μετά­φρα­ση Βασί­λη Ρώτα και
Βού­λας Δαμια­νά­κου, από το ομώ­νυ­μο έργο του Ιρλαν­δού συγ­γρα­φέα, και και στους
«Λιπο­τά­χτες» σε ποί­η­ση Γιάν­νη Θεοδωράκη.

Οι ερμη­νεί­ες της ήταν μακράν καλύ­τε­ρες από εκεί­νες της
Ντό­ρας Γιαν­να­κο­πού­λου, που ήταν περισ­σό­τε­ρο ηθο­ποιός από τρα­γου­δί­στρια και
δια­κρί­θη­κε αργό­τε­ρα ως συγ­γρα­φέ­ας («Πρό­βα Νυφι­κού», «Μεγά­λος Θυμός» κ.ά.)

Η ταπει­νή μου γνώ­μη είναι πως η Μπιρ­μπί­λη είναι ό,τι
καλύ­τε­ρο παρου­σί­α­σε η Ελλά­δα στο χώρο του τρα­γου­διού με κατα­γω­γή το μπελκάντο
τη δεκα­ε­τία του ’60. (Γιο­βάν­να, Μαί­ρη Λω, Βάνου, Μελάγια)

H άλλη κοπέ­λα, μόλις δεκα­ε­πτά χρο­νών, με μακριά λυτά
μαύ­ρα μαλ­λιά και φράν­τζες που σκέ­πα­ζαν το μέτω­πο, είχε θλιμ­μέ­νο βλέμ­μα, και
χώλαι­νε ελα­φρά για­τί είχε περά­σει πολιο­μυ­ε­λί­τι­δα. Ο Μίκης την είχε πάρει
μετα­γρα­φή από τη χορω­δία του «Σύλ­λο­γου Φίλων Μου­σι­κή», όταν την άκου­σε να
εκτε­λεί σόλο τον «Καη­μό» υπό τη διεύ­θυν­ση του Μάνου Λοϊ­ζου, και, όπως
απο­δεί­χτη­κε στην κορ­φιά­τι­κη συναυ­λία, είχε ήδη αρχί­σει τις δοκι­μές πάνω στο
«Μαουτ­χά­ου­ζεν» του Καμπα­νέλ­λη, που γρά­φτη­κε απο­κλει­στι­κά για τη δική της φωνή.

Οι φήμες που κυκλο­φο­ρού­σαν έλε­γαν πως κανο­νι­κά πρέπει
να γίνει σοπρά­νο και πως θα αφή­σει επο­χή – και δεν είχαν άδι­κο. Δυο χρόνια
αργό­τε­ρα οι Σοβιε­τι­κοί τη ζήτη­σαν για να την εκπαι­δεύ­σουν ως δρα­μα­τι­κή υψίφωνο
για την Όπε­ρα της Μόσχας αλλά αυτή προ­τί­μη­σε τη χώρα της και τον μέντο­ρά της.

Κεί­νο που μου προ­ξέ­νη­σε εντύ­πω­ση στον Θεο­δω­ρά­κη, που
ήταν φιλι­κός και γελα­στός με όλους, ήταν η φωνή του: βρα­χνή, μ’ ένα ανεπαίσθητο
ψεύ­δι­σμα και ήχο σαν να είχε το στό­μα του μπουκωμένο.

Το μεση­μέ­ρι του Σαβ­βά­του προ­κλή­θη­κε ένα επει­σό­διο με
τον Μπι­θι­κώ­τση που μου προ­ξέ­νη­σε αλγει­νή εντύπωση.

Η μάνα μου, που κρα­τού­σε το ταμείο του Συλ­λό­γου, μου διηγήθηκε
σε έξαλ­λη κατά­στα­ση πως ο Μπι­θι­κώ­τσης εκβια­στι­κά της ζήτη­σε προ­κα­τα­βο­λι­κά την
αμοι­βή του αλλιώς θα σηκω­νό­ταν να φύγει. Εκεί­νη αρνή­θη­κε και μετέ­φε­ρε το αίτημα
στον συν­θέ­τη, κι εκεί­νος μεγα­λό­ψυ­χος κι ανε­κτι­κός όπως πάντα της είπε:

Θέλει να πάει να παί­ξει στο Καζί­νο. Άσε, δεν πειράζει,
έχει την αρρώ­στια, δεν για­τρεύ­ε­ται

Πράγ­μα­τι, ο “Σερ” μόλις τα πήρε έφυγε
πύραυ­λος για το Αχίλ­λειο του Ριχτό­φεν – ευτυ­χώς έχα­σε νωρίς κι αργά το απόγευμα
ήταν πίσω.

Ο Μίκης τον είχε γνω­ρί­σει από την εξο­ρία στη Μακρόνησο
και είχε συλ­λά­βει την υψη­λή ποιό­τη­τα της φωνής του – όπως αντί­στοι­χα στο χώρο
του σινε­μά ο Κούν­δου­ρος τον Βέγ­γο στο ίδιο κολαστήριο.

Ανε­χό­ταν τις ιδιο­τρο­πί­ες του και παρα­δε­χό­ταν καθαρά
πώς το 50% της επι­τυ­χί­ας του το όφει­λε στην ξύλι­νη μονα­δι­κή φωνή του “Σερ”,
που τον έμπα­σε στα ευρύ­τε­ρα λαϊ­κά στρώματα.

Την περί­ο­δο της δικτα­το­ρί­ας οι σχέ­σεις τους
κλο­νί­στη­καν σοβα­ρά, όταν, στις 13 Ιου­λί­ου 1967, τρα­γού­δη­σε μαζί με τη Βίκυ
Μοσχο­λιού τον «Ύμνο της 21ης Απρι­λί­ου» στα “Δει­λι­νά” της Γλυ­φά­δας, παρου­σία του
Πατ­τα­κού σε μια εκδή­λω­ση της ΥΕΝΕΔ.

Ο Μίκης από την παρα­νο­μία τού έστει­λε μια δραματική
επιστολή: 

«Νομί­ζω ότι είσαι αρκε­τά μεγά­λος για να
κατα­λα­βαί­νεις τι πρό­κει­ται να κάνεις. Πόσες ευθύ­νες επω­μί­ζε­σαι και σε τι
σοβα­ρούς κιν­δύ­νους μπαί­νεις. Κάθι­σε σπί­τι σου με αξιο­πρέ­πεια. Μην γκρεμίζεις,
με μια κλω­τσιά, αυτό που χτί­σα­με μαζί τόσα χρό­νια. Μην ακούς τους κερδοσκόπους
και τους προ­σκυ­νη­μέ­νους. Μη ρίχνεις στον βούρ­κο το όνο­μά σου και το όνο­μα των
παι­διών σου, που σε λίγο θα ντρέ­πο­νται για σένα. Κάνε τον άρρω­στο. Φύγε για το
εξω­τε­ρι­κό. Εκεί μπο­ρείς ν’ αρχί­σεις μια και­νούρ­για καριέ­ρα. Η Μελί­να σε
περι­μέ­νει. Για­τί αν εσύ, ο Μπι­θι­κώ­τσης, το πρω­το­πα­λί­κα­ρο του Θεο­δω­ρά­κη, γίνεις
επί­ση­μος τρα­γου­δι­στής της Δικτα­το­ρί­ας, τρα­γου­δώ­ντας αυτό το άθλιο κατασκεύασμα,
θα πρέ­πει να ξέρεις, ότι θα γίνεις ο πιο αχά­ρι­στος και τιπο­τέ­νιος προ­δό­της που
γέν­νη­σε ο Λαός μας. Στο όνο­μα της φιλί­ας μας και για χάρη της γυναί­κας σου, των
παι­διών σου και όλων των αμέ­τρη­των φίλων μας, σε ικε­τεύω να μ’ ακού­σεις για
τελευ­ταία φορά.
»

Η δικαιο­λο­γία του Γρη­γό­ρη Μπι­θι­κώ­τση στον Μίκη
Θεο­δω­ρά­κη ήταν ότι δεν μπο­ρού­σε να αντέ­ξει μια εξο­ρία τη στιγ­μή που η ζωή του
είχε στρώσει. 

Ο Μίκης πιά­στη­κε λίγο αργό­τε­ρα (21 Αυγού­στου 1967) κι
ακο­λού­θη­σε το “δρο­μο­λό­γιο” Μπου­μπου­λί­νας – ταρά­τσα κι απο­μό­νω­ση – Νοσοκομείο –
Αβέ­ρωφ – Ζάτου­να – Ωρω­πός κλπ. O δε Μπι­θι­κώ­τσης (που μάλ­λον δεν πεί­στη­κε από το
φλο­γε­ρό μήνυ­μα του συν­θέ­τη) έφτια­ξε σόλο καριέρα.

Ως “Σερ Μπι­θί” πλέ­ον, πέρα­σε από τα καλύτερα
μαγα­ζιά της επο­χής: “Καν-Καν”, “Δει­λι­νά” με «Το ρολόι κομπο­λόϊ», «Επί­ση­μη
αγα­πη­μέ­νη», «Στου Μπε­λα­μί το ουζε­ρί» κι άλλα αριστουργήματα.

Ευτυ­χώς γι’ αυτόν, την πρώ­τη εκτέ­λε­ση του
χου­ντο­τρά­γου­δου ανέ­λα­βε ο Φώτης Δήμας, κι ακου­γό­ταν στα διαλ­λεί­μα­τα των σινεμά
για χρό­νια μαζί με το «Ναι στο σύνταγ­μα πιστεύω μας να γίνει»…

Στιγ­μές να ξερ­νάς από αηδία… 

Με την ποιο­τι­κή κατά­πτω­ση, η φωνή του έσπα­σε. Δεν ήταν
πια εκεί­νος που ερμή­νευ­σε τα πολύ δύσκο­λα και κορυ­φαί­ες του απο­δό­σεις κατ’ εμέ
«Αυτούς που βλέ­πεις» σε στί­χους Μιχά­λη Κατσα­ρού και «Βάλε το μαχαί­ρι σου μες το
θηκά­ρι» του Νίκου Γκάτσου.

Άρχι­σε να συνέρ­χε­ται με την «Επι­στρο­φή» του Χατζιδάκι
το 1970, σε ενορ­χή­στρω­ση του Δήμου Μού­τση. Με τη μετα­πο­λί­τευ­ση, όταν ο Μίκης
ρωτή­θη­κε με ποιόν θα συνερ­γα­σθεί, απά­ντη­σε: Μα με τον Γρη­γό­ρη φυσι­κά, κι αν
έχει φθα­ρεί θα ξεκι­νή­σου­με μαζί απ’ την αρχή.

Έτσι προ­έ­κυ­ψε ο δίσκος «Οκτώ­βρης 78».

Σ.Σ

* Στην ίδια στή­λη δινό­ταν μεγα­λύ­τε­ρο βάρος και έπαινοι
στον θεα­τράν­θρω­πο Ζωρζ Ουιλ­σόν που απήγ­γει­λε ιδα­νι­κά κάποια κομ­μά­τια ακομπανιάροντας
τον Αντώ­νη Καλο­γιάν­νη στο «Τα κελιά ανασαίνουν»

( https://www.youtube.com/watch?v=vALPZSJowJE
), παρά στον Υβ Μοντάν που συνό­δευ­σε σε πρό­ζα την Φαρα­ντού­ρη στο «Λίγο ακό­μα να
σηκω­θού­με» και στα «Επι­φά­νια» του Σεφέ­ρη (https://www.youtube.com/watch?v=X25QESRsbF0)

** Πρό­κει­ται για τον Κώστα Τσά­τσα, οδη­γό του ξενοδοχείου,
που αργό­τε­ρα άνοι­ξε το Meander Travel στο λιμά­νι μαζί με την ολλαν­δέ­ζα σύζυγό
του Βίκυ, guide του γρα­φεί­ου FIT. Κανείς τους δεν υπάρ­χει πια.

*** H Δρα­μι­νή Μπιρ­μπί­λη έφυ­γε με τη δικτα­το­ρία κι
έκα­νε καριέ­ρα με τον Σπα­νό στην Γαλ­λία. Τρα­γού­δη­σε άπται­στα γαλ­λι­κά ως Soula
Markizi και ως ντου­έ­το με Μπε­κώ και Αντα­μό, είχε συνερ­γα­σθεί και με τον Μισέλ
Λεγκράν. 

( https://www.youtube.com/watch?v=9gfYRmVyKkk)

Αδελ­φή της ήταν η επί­σης τρα­γου­δί­στρια Ζωζώ
Κυργιαζοπούλου.

**** Το θεα­τρι­κό κομ­μά­τι «Ένας Όμη­ρος» γρά­φτη­κε από
τον Μπή­αν το 1958 και πραγ­μα­τεύ­ε­ται την κλη­ρο­νο­μι­κή ασυ­νέ­πεια και την υποκρισία
των άγγλων αποι­κιο­κρα­τών στην ανταλ­λα­γή ομή­ρων με τον ΙΡΑ. «Το νησί της
Αφρο­δί­της» του Αλέ­ξη Πάρ­νη γρά­φτη­κε το 1961 και έχει σχε­δόν το ίδιο θέμα, με τη
μόνη δια­φο­ρά ότι εδώ οι Κύπριοι αντάρ­τες χάρι­σαν την ζωή στον νεα­ρό Όμηρο
Εγγλέ­ζο αξιωματικό 

Ο Μπή­αν την πρε­μιέ­ρα του πρώ­του του έργου που έγραψε
στην φυλα­κή. «The Quare Fellow» (Ο σημα­ντι­κός φίλος) παρακολούθησε
σιδη­ρο­δέ­σμιος, συνο­δευό­με­νος από ανθρω­πο­φύ­λα­κες. Πέθα­νε αλκο­ο­λι­κός καταρρέοντας
σε μια παμπ μόλις στα 41 του. Ο ίδιος έλεγε:

«Πίνω μόνο σε δύο περι­πτώ­σεις. Όταν διψάω και όταν δεν
διψάω».

_____________

ΥΓ. Το κεί­με­νο έχει αναρ­τη­θεί και στην σελί­δα: ART-PAGE

  

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted