ΣΑΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ… (2ο μέρος) - Φαιακία

ΣΑΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ… (2ο μέρος)

Ο φίλ­τα­τος Δημή­τρης Λεβέ­ντης μας καλό­μα­θε με την πρώτη
ενό­τη­τα της αφή­γη­σής του για την συναυ­λία του Μίκη το 1964, που απο­τε­λεί σταθμό
στην κουλ­τού­ρα του τόπου αλλά και στην πολι­τι­κο­ποί­η­ση της νέας -τότε- γενιάς… Την
παρου­σιά­σα­με στις 29 Σεπτέμβρη…

Ερχε­ται τώρα η δεύ­τε­ρη συνέχεια…

Η γρα­φή, το ίδιο ελκυ­στι­κή και η ικα­νο­ποί­η­ση από το διά­βα­σμά της τιμάει
τον συγ­γρα­φέα, που υπό­σχε­ται και συνέχεια…

Η ανάρ­τη­ση ‘δια­κο­σμεί­ται’ με τις σελί­δες του προ­γράμ­μα­τος της συναυ­λί­ας. Κου­ρα­στή­κα­με αλλ΄βρήκαμε τρό­πο να το κατα­στή­σου­με ανα­γνώ­σι­μο. Βρί­σκε­ται στο τέλος της ανάρ­τη­σης και μπο­ρεί­τε να το μεγε­θύ­νε­τε (προ­τε­λευ­ταίο κάτω κου­μπί) για να το δια­βά­σε­τε άνε­τα σαν ανα­δι­πλού­με­νες σελί­δες βιβλίου. 

Το κεί­με­νο θα αναρ­τη­θεί και στην σελί­δα ART PAGE της ΦΑΙΑΚΙΑΣ.

 

ΣΑΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ… (2ο μέρος)

του Δημή­τρη Λεβέντη

 Συνε­χί­ζω σήμε­ρα την αφή­γη­ση για την πρώτη
συναυ­λία του Μίκη στην πόλη μας τον Οχτώ­βρη του 1964 εμπλου­τι­σμέ­νης με κάποιες
ανα­φο­ρές σε πρό­σω­πα και καταστάσεις.

Ένας γλυ­κός πυρε­τός μας διέ­τρε­χε όλη
την μέρα μέχρι που έφτα­σε η ώρα ν΄ανεβούμε με το μικρό μου αδελ­φά­κι την
ανη­φο­ριά της Αβρα­μί­ου που τότε ήταν χαλι­κό­δρο­μος για να φτά­σου­με στο ”
Παλλάς ” .

Μέγα πλή­θος κι άγριο στρι­μω­ξί­δι, στα
πλα­τύ­σκα­λα και στην μεγα­λό­πρε­πη μαρ­μά­ρι­νη κλίμακα. 


Μπρο­στά στην τζα­μα­ρία της
εισό­δου όπου ο ελεγ­κτής *του “Παλ­λάς” o “Ψηλός” δεν άφηνε
τον κόσμο να μπει για­τί δεν είχε φτά­σει ο εφο­ρια­κός να σφρα­γί­σει τα εισι­τή­ρια. Εκεί
τα πράγ­μα­τα αγρί­ε­ψαν και ξεκι­νή­σαν οι κραυ­γές αγανάκτησης.

Δεν εντρε­πο­σά­στε­νε μαύροι
καρ­φί­τσες ** το κάνε­τε ξεπίτηδες !!!


Δικαιο­λο­γη­μέ­να, για­τί η καθυστέρηση
ερμη­νευό­ταν όπως φυσι­κό ήταν, σαν πολι­τι­κή προβοκάτσια …

Απέ­να­ντι, μέσα στο προ­χώλλ και έξω
παρα­τε­ταγ­μέ­νες έζω­ναν τον ανθρώ­πι­νο όγκο που έφτα­νε μέχρι του σημε­ρι­νού “Μαρ­κο­σιάν
” οι απει­λη­τι­κές γκρι­ζό­μαυ­ρες στο­λές των πολυά­ριθ­μων αστυ­νο­μι­κών “διά
την τήρη­σιν της εννό­μου τάξεως “…


Το απο­κρου­στι­κό πρό­σω­πο της λευκής
κρα­τι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας, που κάπως είχε μαλα­κώ­σει κεί­νες τις μέρες της αυτοδύναμης
κυβέρ­νη­σης Παπα­ντρέα αλλά δεν εξα­λεί­φθη­κε ποτές μέχρι τα σήμερα.

Μετά από μισή ώρα ανα­σά­να­με και το
τσούρ­μο μπου­κά­ρη­σε και βρή­κα­με τις θέσεις εύκολα. 

Στα χέρια μας είχα­με το πρό­γραμ­μα της
συναυ­λί­ας *** τυπω­μέ­νο στο τυπο­γρα­φείο του Σπύ­ρου Μπα­λού με ένα λιτό προλογικό
σημεί­ω­μα με τα αρχι­κά του Σ.Α που δεν ήταν άλλος από τον σεμνό αγω­νι­στή Πίπο
Ανα­γνώ­στη. Αντι­γρά­φω ένα μέρος του.

Από το ζευ­γά­ρω­μα της πλούσιας
ελλη­νι­κής παρά­δο­σης με τις τεχνι­κές κι εκφρα­στι­κές απαι­τή­σεις της σύγχρονης
μου­σι­κής θα γεν­νη­θεί η νεο­ελ­λη­νι­κή μου­σι­κή πηγαία και ειλι­κρι­νής. Στου έργου
αυτού το νόη­μα δίνε­ται ολό­ψυ­χα ο Θεοδωράκης.

Με τον λόγο και την πένα με
ακα­τα­πό­νη­τη ενερ­γη­τι­κό­τη­τα και θαρ­ρα­λέα πρά­ξη, σπά­ζει τα φράγ­μα­τα των στενών
μου­σι­κο­λο­γι­κών κύκλων και κάνει το έργο του επί­κε­ντρο ενός ευρύ­τα­του διαλόγου
μετα­ξύ των απλών ανθρώ­πων. Ετσι το πρό­βλη­μα της νεο­ελ­λη­νι­κής μουσικής
ξεφεύ­γο­ντας από την στεί­ρα βυζα­ντι­νο­λο­γία των ανευ­θυ­νο­λο­γού­ντων “υπευ­θύ­νων”
γίνε­ται αγα­πη­μέ­νο θέμα συζή­τη­σης του ίδιου του λαού: του φοι­τη­τή, του μαθη­τή, του
εργά­τη, του επαγγελματία. 

” Είναι αφά­ντα­στο το πόσα μπορεί
να σου πει το κοι­νό φτά­νει να ξέρεις να ρωτή­σεις”, είπε κάπο­τε ο
Θεοδωράκης .

Κι ο Μίκης με το έργο του απέδειξε
έμπρα­κτα όχι μόνο την ικα­νό­τη­τά του να ρωτά το κοι­νό αλλά και το χάρι­σμά του να
το ακού­ει και να μετου­σιώ­νει τις αισθη­τι­κές αντι­δρά­σεις του σε ήχους.

Ο Πίπος που η θαυ­μά­σια πένα του δεν
κατά­φε­ρε να ξεπε­ρά­σει το μικρό μας νησί – απλά για­τί αφο­σιώ­θη­κε σε άλλες
δρα­στη­ριό­τη­τες – απο­δεί­χτη­κε αλη­θι­νός από­λυ­τα και πάντα επί­και­ρος σε μια λιγόλογη
σελί­δα αφιε­ρω­μέ­νη σε μια επαρ­χια­κή συναυ­λία ….Μία ανά­λυ­ση πολύ υψηλού
επι­πέ­δου που στέ­κε­ται πέρα από το θαλασ­σι­νό μας περίγραμμα.

Κυκλο­φό­ρη­σε μόνο ένα βιβλια­ρά­κι με
τίτλο “Το παι­δί και το σκο­τά­δι” που κάποιο αντί­τυ­πο έχει φυλά­ξει ο
Γιώρ­γος ο Ρού­σης και ελπί­ζου­με να το ψάξει…

Το 22φυλλο τευ­χά­κι δεν κάλυ­πτε όμως
όλο το πρό­γραμ­μα, όπως θα περι­γρά­ψω μετά, για­τί η εξέ­λι­ξη μας επε­φύ­λασ­σε δυο
εκπλή­ξεις bonus ..

Η είσο­δος της ορχή­στρας ήταν
εντυπωσιακή.

Η τερά­στια μαύ­ρα φιγού­ρα απ’ αυτό το
πλη­γω­μέ­νο αλμπα­τρός, όπως τον περί­γρα­ψαν οι Γάλ­λοι, έμοια­ζε να καταλαμβάνει
όλον τον όγκο του βάθρου της σκη­νής του κινη­μα­το­θε­ά­τρου στο πρώ­το ορχηστρικό
κομ­μά­τι εισα­γω­γής, τον Κρη­τι­κό Χορό από την “Συνοι­κία το όνει­ρο”.  

Αμέ­σως μετά βγαί­νει ο “Σέρ Μπιθί”
με το τρα­γού­δι από την “Γει­το­νιά των αγγέ­λων ” του Ιάκω­βου Καμπανέλλη
*** :

Απ΄το πρωί μες την βρο­χή και μέσα στο
λιοπύρι

για μια μπου­κιά κι ένα ποτή­ρι και δόξα
τω θεώ..

Και …εγέ­νε­το Φως… Ενιω­σα από τότε μέσα
μου την μεγά­λη Αλή­θεια Μια εικό­να που δεν ξεθώ­ρια­σε ποτέ από την μνή­μη… Βλέποντας
τον απλό κόσμο του τόπου μας να ξεση­κώ­νε­ται με ουρα­νο­μή­κεις κραυ­γές, ανθρώπους
καλο­ντυ­μέ­νους, γυα­λι­σμέ­νους, όπως στην κυρια­κά­τι­κη βόλ­τα, που συμ­με­τεί­χαν στη
δικιά τους λει­τουρ­γιά… Αυτές κι αυτοί, που συνα­ντού­σα­με κάθε μέρα διαβαίνοντας
την πόλη με τα ρού­χα της δου­λειάς. Εκεί­νοι που σκαρ­φά­λω­ναν στις σκαλωσιές,
εκεί­νες που πλέ­ναν σκά­λες, οι αχθο­φό­ροι που έσερ­ναν κορο­τσά­κια με βαλί­τσες στα
λιμά­νια, οι αγρό­τισ­σες που αρά­δια­ζαν κατά γης τα λαχα­νι­κά του κήπου τους στη
λαϊ­κή… Ολο αυτό το παρα­γκω­νι­σμέ­νο περι­θώ­ριο του μόχθου και της υπο­μο­νής ήταν
εδώ μπρο­στά… Απέ­να­ντι από την κυρί­αρ­χη ιδε­ο­λο­γία που μας δηλη­τη­ρί­α­ζε στα σκολιά
και τα ραδιόφωνα.

Ήταν η πρώ­τη φορά που ένιω­σα ότι δεν
είμα­στε εμείς οι ηττημένοι…Εμείς που κρύ­βα­με την “Αυγή” τυλιγ­μέ­νη μές
την “Καθη­με­ρι­νή” για να την πάμε σπί­τι, εμείς που είχα­με ακό­μα τους
δικούς μας ανθρώ­πους σε φυλα­κές και εξορίες **** 

Ολο αυτό το ανθρώ­πι­νο μελίσ­σι που
ενθου­σια­ζό­ταν συσπει­ρω­μέ­νο από την πραγ­μα­τι­κή ποί­η­ση και την ηρω­ι­κή μου­σι­κή δέν
σκιά­ζο­νταν τα σκό­τη και είχε την δύνα­μη να μην αφή­σει τίπο­τε όρθιο στο περασμά
του αν κυριευό­ταν από οργή ..

Σ.Σ :

* “ο Ψηλός ” ήταν ο
“καλός” ο Διο­νύ­σης Δαγκλής που ήταν μαλα­κός και μας περ­νού­σε πιο
εύκο­λα στα ακα­τάλ­λη­λα σε αντί­θε­ση με τον στρι­μέ­νο “κοντό” τον Βαγγέλη
Μπά­τση που άμα δεν έδει­χνες ταυ­τό­τη­τα σε γύρ­να­γε από κει πού ήρθες.

Συχνά πυκνά πάντως ακό­μη και πριν την χούντα
υπήρ­χε αστυ­νο­μι­κός που επέ­βλε­πε τις αίθου­σες των σινε­μά της δημο­κρα­τί­ας μας.

**Καρ­φί­τσας = στην πολι­τι­κή αργκό
επο­χής ο χαφιές ο ακρο­δε­ξιός τρα­μπού­κος όρος που απο­δό­θη­κε στον παρακρατικό
μηχα­νι­σμό που κορύ­φω­σε τη δρά­ση του τη δεκα­ε­τία του­50-60 και στον οποίο είχε
κυρί­αρ­χο ρόλο το μαχη­τι­κό τμή­μα της οργά­νω­σης του Ξενο­φώ­ντα Γιο­σμά: «Σύν­δε­σμος
Αγω­νι­στών και Θυμά­των Εθνι­κής Αντι­στά­σε­ως Βορεί­ου Ελλά­δος». Είχαν ως διακριτικό
μια καρ­φί­τσα στο πέτο και ειδι­κή ταυ­τό­τη­τα χορη­γη­μέ­νη από την αστυνομία.

Ο Γιο­σμάς ήταν απ΄τους συνερ­γούς της
δολο­φο­νί­ας του Λαμπρά­κη και έφε­ρε γερ­μα­νι­κή στο­λή στο πλευ­ρό του Μάξ Μέρτεν
κατα την διάρ­κεια της κατοχής .

Οι ένορ­κοι, που με την από­φα­ση τους
απάλ­λα­ξαν τον Γιο­σμά από την κατη­γο­ρία της ηθι­κής αυτουρ­γί­ας για την ενέρ­γεια σε
βάρος του Γρη­γό­ρη Λαμπρά­κη, τον κατα­δί­κα­σαν σε ποι­νή φυλα­κί­σε­ως ενός έτους για διατάραξη
της κοι­νής ειρήνης. (!!!!!)

Μετά την έκδο­ση της απο­φά­σε­ως ο
Γιο­σμάς αφέ­θη­κε ελεύ­θε­ρος καθώς είχε παρα­μεί­νει προ­φυ­λα­κι­σμέ­νος για διάστημα
περισ­σό­τε­ρο των 40 μηνών.

 

*** Το φυλ­λά­διο φύλα­ξε ευλα­βι­κά ο
πατέ­ρας του Γιάν­νη Χαλι­κιό­που­λου και αντί­γρα­φό του παρέ­δω­σε στον Γιώρ­γο Ζούμπο
που μου το κοι­νο­ποί­η­σε στην συνέχεια.

Ευχα­ρι­στού­με τον κ. Χαλι­κιό­που­λο για
την πολύ­τι­μη συν­δρο­μή του σε αυτή την ανά­μνη­ση το 22σελιδο πρό­γραμ­μα περιείχε
εκτός από τους στί­χους ακό­μα και δια­φη­μί­σεις για το κατά­στη­μα νεω­τε­ρι­σμών ‘Ευρώ­πη’
τα στε­γνο­κα­θα­ρι­στή­ρια ‘Κύκνος’ και τις αντι­προ­σω­πεί­ες της “Δ.Κ . Κόντης
Ο.Ε”

Το παρα­δί­δω σε μορ­φή εικό­νων για κάθε
ενδιαφερόμενο.

**** Μιά γει­το­νιά όπου με φόντο την
αυλή μιας ταβέρ­νας στη Δρα­πε­τσώ­να. Μπρο­στά στη «Μυρ­τιά» ξετυ­λί­γο­νται τα πάθη
και οι έρω­τες των απλών ανθρώ­πων του μόχθου και της προ­σφυ­γιάς, αλλά και των
ευνοη­μέ­νων, εκεί­νων που ανή­κουν στον «καλό κόσμο».

Είχε ανέ­βει το 1963 με την Καρέ­ζη, τον
Κούρ­κου­λο, τον Παπα­γιαν­νό­που­λο, τον Καρ­ρά κ.α



Μετα­φέρ­θη­κε στο σινε­μά από τον
Δαλια­νί­δη και την Φίνος φίλμ με τίτλο “Γυμνοί στον δρό­μο” πάλι με τον
Κούρ­κου­λο αλλά με την Λάσκα­ρη αντί της Καρέ­ζη, μου­σι­κή του Ξαρ­χά­κου αντί
Θεο­δω­ρά­κη τον Που­λό­που­λο πάλι αλλά σε άλλα τρα­γού­δια γλυ­κα­νά­λα­τα, το αποτέλεσμα
δεν είχε καμ­μιά σχέ­ση με το original κομ­μά­τι και πώς ήταν δυνα­τό με την
λογο­κρι­σία στη μέση της δικτατορίας.

Κακέ­κτυ­πο απο­τέ­λε­σμα που το κατά­λα­βε ο
Ξαρ­χά­κος και δεν κυκλο­φό­ρη­σε το σάου­ντρακ ποτέ σε δίσκο.

***** Οι τελευ­ταί­οι πολιτικοί
κρα­τού­με­νοι ελευ­θε­ρώ­θη­καν τον Απρί­λη του 1966 από την κυβέρ­νη­ση Στεφανόπουλου-
Μητσο­τά­κη- Νόβα , ήσαν οι κατα­δι­κα­σμέ­νοι γιά “κατα­σκο­πία ” ο παπατζής
γέρος της “δημο­κρα­τί­ας” είχε αφή­σει το 30% έγκλει­στους ακόμα.

 

( Συνε­χί­ζε­ται )

 


0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted