Σαν Σήμερα, πριν 75 χρόνια… - Φαιακία

Σαν Σήμερα, πριν 75 χρόνια…

Γρά­φτη­κε μία ακό­μα ιστο­ρία σαν και όλες εκεί­νες, που δεί­χνουν, πως … για να γυρί­σει ο ήλιος θέλει dου­λειά πολλή…και νεκρούς χιλιά­δες… Στην Θεσ­σα­λο­νί­κη, λοι­πόν του 36 η Αστυ­νο­μία έκα­νε …ασκή­σεις ελεύ­θε­ρης βολής στα κου­φά­ρια των καπνερ­γα­τών… Για τον πρώ­το απ’ όλους, για όλους του τότε και του πάντα είναι γραμ­μέ­νος ο Επι­τά­φιος του Γιάν­νη Ρίτσου… Για την μάνα του καπνερ­γά­τη… Για την μάνα του Ανθρώπου…Ας τον θυμηθούμε…

Γιέ μου, σπλά­χνο τῶν σπλά­χνων μου, καρ­δού­λα τῆς καρ­δι­ᾶς μου,
που­λά­κι τῆς φτω­χι­ᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρη­μι­ᾶς μου,

πῶς κλεί­σαν τὰ ματά­κια σου καὶ δὲ θωρε­ῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύ­εις, δὲ γρι­κᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιό­κα μου, ἐσὺ ποὺ γιά­τρευ­ες κάθε παρά­πο­νό μου,
Ποὺ μάντευ­ες τί πέρ­να­γα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσί­νο­ρό μου,

τώρα δὲ μὲ παρη­γο­ρᾶς καὶ δὲ μοῦ βγά­ζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύ­εις τὶς πλη­γὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Που­λί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερ­νες νερά­κι στὴν παλά­μη
πῶς δὲ θωρε­ῖς ποὺ δέρ­νου­μαι καὶ τρέ­μω σὰν καλάμι;

Στὴ στρά­τα ἐδῶ κατα­με­σὶς τ᾿ ἄσπρα μαλ­λιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκε­πά­ζω τῆς μορ­φῆς τὸ μαρα­μέ­νο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγω­μέ­νο σου χει­λά­κι ποὺ σωπαί­νει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμω­σε καὶ σφα­λιγ­μέ­νο μένει.

Δὲ μοῦ μιλε­ῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρ­φο δές, ἀνοί­γω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζα­ξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

Κορώ­να μου, ἀντι­στύ­λι μου, χαρὰ τῶν γερα­τειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυ­χει­μω­νι­ᾶς, λιγνο­κυ­πά­ρισ­σό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφη­σες νὰ σέρ­νου­μαι καὶ νὰ πονῶ μονά­χη
χωρὶς γου­λιά, στα­λιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματά­κια σου ἔβλε­πα τῆς ζωῆς κάθε λου­λού­δι,
μὲ τὰ χει­λά­κια σου ἔλε­γα τ᾿ αὐγε­ρι­νὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χερά­κια σου τὰ δυό, τὰ χιλιο­χαϊ­δε­μέ­να,
ὅλη τη γῆς ἀγκά­λια­ζα κι ὅλ᾿ εἴτα­νε γιὰ μένα.

Νιό­τη ἀπ᾿ τὴ νιό­τη σου ἔπαιρ­να κι ἀκό­μη ἀχνο­γε­λο­ῦσα,
τὰ γερα­τειὰ δὲν τρό­μα­ζα, τὸ θάνα­το ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρα­τη­θῶ, ποὺ θὰ στα­θῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπό­μει­να ξερὸ δεντρὶ σὲ χιο­νι­σμέ­νο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολε­τὸ νἀρ­θε­ῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμέ­να­νε, γλυ­κειά μου συντρο­φιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπο­ρῶ νὰ πορ­πα­τή­σω
κι ἂν κου­ρα­στε­ῖς, στὸν κόρ­φο μου, γλυ­κὰ θὰ σὲ κρατήσω.

Μαλ­λιὰ σγου­ρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυ­λα περ­νο­ῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοι­μό­σου­να καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύ­δι μου, γαϊ­τα­νό­φρυ­δο καὶ κοντυ­λο­γραμ­μέ­νο,
καμά­ρα ποὺ τὸ βλέμ­μα μου κούρ­νια­ζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλα­ρὰ ποὺ μέσα τους ἀντί­φεγ­γαν τὰ μάκρη
πρω­ι­νοῦ οὐρα­νοῦ, καὶ πάσκι­ζα μὴν τὰ θαμπώ­σει δάκρυ,

Χεί­λι μου μοσκο­μύ­ρι­στο ποὺ ὡς λάλα­γες ἀνθί­ζαν
λιθά­ρια καὶ ξερό­δε­ντρα κι ἀηδό­νια φτερουγίζαν,

Στή­θεια πλα­τιὰ σὰν τὰ στρω­τὰ φτε­ρού­για τῆς τρυ­γό­νας
ποὺ πάνω­θέ τους κόπα­ζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπού­τια γερὰ σὰν πέρ­δι­κες κλει­στὲς στὰ παντε­λό­νια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμά­ρω­ναν τὸ δεί­λι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκά­νου­νε, λεβέ­ντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέ­μα­γα τὸ φυλα­χτὸ μὲ τὴ γαλά­ζια χάντρα,

Μυριόρ­ρι­ζο, μυριό­φυλ­λο κ᾿ εὐω­δια­στό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέ­ψω ἡ ἄμοι­ρη πῶς μπό­ραε νὰ σὲ χάσω;

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγρα­φε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γρά­ψει
τέτοιον καη­μό, τέτοια φωτιὰ στὰ στή­θεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρ­νὸ – πουρ­νὸ μοῦ ξύπνη­σες, μοῦ πλύ­θη­κες, μοῦ ἐλού­στης
πρι­χοῦ σημά­νει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοί­τα­ες μὴν ἔφε­ξε συχνὰ – πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παρα­θύ­ρι
καὶ βια­ζό­σουν σὰ νἄτα­νε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκο­τει­νά, σφιγ­μέ­νο τὸ σαγό­νι
κι εἴσουν στὴν τόλ­μη σου γλυ­κός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτω­χειὰ κ᾿ ἡ ἀνέ­με­λη καὶ γὼ ἡ τρελ­λὴ κ᾿ ἡ σκύ­λα,
σοὔψη­να τὸ φασκό­μη­λο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ – μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλ­λό­μουν καὶ γέλα­γα σὰν τρυ­φε­ρού­λα κόρη.

Κι οὐδὲ κακό­βα­λα στιγ­μὴ κι οὐδ᾿ ἔτρε­ξα ξοπί­σω
τὰ στή­θεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτα­νε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλ­λιο νὰ γκρε­μί­ζο­νταν στὸ καύ­κα­λό μου ἡ χώρα.

Σήκω, γλυ­κέ μου, ἀργή­σα­με· ψηλώ­νει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγά­κι σου ἔρη­μο θὰ κρύ­ω­σε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλο­ῦζα τῆς δου­λει­ᾶς στὴν πόρ­τα κρε­μα­σμέ­νη
θὰ καρ­τε­ρά­ει τὴ σάρ­κα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρ­τε­ρά­ει τὸ κρύο νερὸ τὸ δρο­σε­ρό σου στό­μα,
θὰ καρ­τε­ρά­ει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβε­στω­μέ­νο δῶμα.

Θὰ καρ­τε­ρά­ει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παί­ξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρ­τε­ρᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρ­τε­ρά­ει κ᾿ ἡ ρού­γα μας τ᾿ ἁδρὸ περ­πά­τη­μά σου
κ᾿ οἱ γρί­λιες οἱ μισά­νοι­χτες τ᾿ ἀηδο­νο­λά­λη­μά σου.

Καὶ τὰ συντρό­φια σου, καλέ, ποὺ τὶς βρα­δι­ὲς ἐρχό­νταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπά­ζα­νε στὸ σπί­τι μας τὸ φῶς, τὴν πλά­ση ἀκέ­ρια,
παι­δί μου, θὰ σὲ καρ­τε­ρᾶν νὰ κάνε­τε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρ­τε­ράω σκυ­φτὴ βρα­δὶ καὶ μεση­μέ­ρι
νἀρ­θεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνα­τος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

Ὦ Πανα­γιά μου, ἂν εἴσου­να, καθὼς ἐγώ, μητέ­ρα,
βοή­θεια στὸ γιό μου θἄστελ­νες τὸν Ἄγγε­λο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμα­σταν παι­διά σου
θὰ πόνα­γες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλά­σμα­τά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοί­ρα­ζες τὴν πλά­ση,
κάθε που­λί, κάθε παι­δὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλε­γε τὸ γνω­στι­κό σου ἀχε­ῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμή­νευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμε­ῖς ταγί­ζου­με ζωὴ στὸ χέρι: περι­στέ­ρι,
κ᾿ ἐμε­ῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχου­λο δὲν ἔχου­με στὸ χέρι.

Ἐμε­ῖς κρα­τᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργα­σμέ­να μπρά­τσα
καὶ σκιά­χτρα στέ­κου­νται οἱ Θεοὶ κι ἀφέ­ντη ἔχου­νε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμει­νε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλω­μὸ καὶ τὸ στερ­νὸ καντή­λι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοί­γω,
τὰ παγω­μέ­να χέρια μου νὰν τὰ ζεστά­νω λίγο;

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted