Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική! - Φαιακία

Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική!

Επι­και­ρό­τα­το το σημεί­ω­μα του Περι­κλή Κορο­βέ­ση, γραμ­μέ­νο πριν από μία τριε­τία και σταλ­μέ­νο στην ΦΑΙΑΚΙΑ από τον φίλ­τα­το Στέ­φα­νο Πάντο ξανα­πα­ρου­σιά­ζε­ται στην παρού­σα ανάρ­τη­ση με εισα­γω­γι­κό σχό­λιο του Στέφανου…

Η πολιτική βία είναι πάντοτε
φασιστική!
 

Τι είναι εν τέλει η πολι­τι­κή βία;
Υπάρ­χει
δικαιο­λο­γη­μέ­νη επα­να­στα­τι­κή βία ή η πολι­τι­κή βία είναι πάντο­τε φασιστική;
Στο
παρόν βιβλίο έχου­με είκο­σι δύο δια­φο­ρε­τι­κές προ­σεγ­γί­σεις από αντίστοιχους
μελε­τη­τές του φαι­νο­μέ­νου, όχι απα­ραί­τη­τα πανε­πι­στη­μια­κούς, αλλά ακτι­βι­στές με
πλού­σια κοι­νω­νι­κή δρά­ση. Κάποιοι έχουν και σημα­ντι­κό πνευ­μα­τι­κό έργο. Όλοι τους
υπήρ­ξαν παρό­ντες στους κοι­νω­νι­κούς αγώ­νες και ο χρό­νος θητεί­ας τους είναι
δια­φο­ρε­τι­κός, ανά­λο­γα με την ηλι­κία τους. Οι περισ­σό­τε­ροι είναι νέοι. Κι αυτό
μας δίνει τη δυνα­τό­τη­τα να κατα­λά­βου­με πώς σκέ­φτε­ται η νέα γενιά. Ή με μια πιο
ακρι­βή δια­τύ­πω­ση: τι σκέ­ψη έχει παρά­ξει αυτή η γενιά, άσχε­τα αν τα κεί­με­να αυτά
απο­τε­λούν δείγ­μα έργου μιας μειο­ψη­φί­ας της.
Η βία
έχει πολ­λές μορ­φές, που όλες απο­σκο­πούν στην εξό­ντω­ση της ζωής. Βία είναι ο
πόλε­μος, αλλά βία είναι –και σε και­ρό ειρή­νης– ο θάνα­τος εκα­τομ­μυ­ρί­ων ανθρώπων
από την πεί­να, κι όχι μόνο στον λεγό­με­νο τρί­το κόσμο. Η βία συχνά δεν
εμφα­νί­ζε­ται με το όνο­μά της, αλλά σαν κάποιο φυσι­κό φαι­νό­με­νο που πρέ­πει να το
δεχτού­με για­τί δεν μπο­ρού­με να κάνου­με αλλιώς. Η ανερ­γία, η έλλει­ψη κατοικίας,
ο αναλ­φα­βη­τι­σμός, ανε­παρ­κής ή καθό­λου ιατρο­φαρ­μα­κευ­τι­κή φρο­ντί­δα, η ανυπαρξία
πόσι­μου νερού, η αδυ­να­τό­τη­τα μετα­κί­νη­σης (η μετα­νά­στευ­ση, που έχει δώσει μέχρι
σήμε­ρα περί­που 14.000 νεκρούς μόνο στην Ευρώ­πη) είναι μερι­κές από τις μορφές
βίας που κατά κανό­να μετο­νο­μά­ζε­ται σε κάτι άλλο.
Αλλά
ακό­μη κι εκεί όπου υπάρ­χει ένο­πλη βία, πόλε­μοι μετα­ξύ κρα­τών ή εμφύ­λιοι ή ακόμα
και θρη­σκευ­τι­κοί πόλε­μοι, η βία πάντα ανή­κει στην άλλη πλευ­ρά. Η δικιά μας
πάντα υπη­ρε­τεί κάποιο υψη­λό ιδα­νι­κό, και ως εκ τού­του δεν είναι βία. Όλες, δε,
οι εθνο­κα­θάρ­σεις και οι γενο­κτο­νί­ες ποτέ δεν ήταν σφα­γές, αλλά υπε­ρά­σπι­ση της
καθα­ρό­τη­τας της φυλής ή του έθνους. Κι οι αιμα­τη­ρές κατα­στο­λές των κινημάτων
των δύο προη­γού­με­νων αιώ­νων ήταν απλώς μια απο­κα­τά­στα­ση της τάξης.
Θα
μπο­ρού­σα­με να λέγα­με πως η βία είναι συστα­τι­κό στοι­χείο των κοι­νω­νιών όπου
ζού­με και απα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση για την επι­βί­ω­σή τους;
Αν
πάρου­με σαν δεδο­μέ­νο πως σχε­δόν κάθε χώρα του πλα­νή­τη μας κυβερ­νιέ­ται από μια
μικρή μειο­ψη­φία που έχει συσ­σω­ρεύ­σει αμύ­θη­το πλού­το, αφή­νο­ντας τη συντριπτική
πλειο­ψη­φία του λαού στην ένδεια και την εξα­θλί­ω­ση, είναι λογι­κό να διαθέτει
όλες τις απα­ραί­τη­τες δυνά­μεις κατα­στο­λής (στρα­τό, αστυ­νο­μία, σεκιουριτάδες,
παρα­κρα­τι­κούς) για να προ­στα­τέ­ψουν την περιου­σία της (ωραίο όνο­μα για τα
προ­ϊ­ό­ντα κλο­πής που προ­στα­τεύ­ο­νται από το κάθε σύνταγ­μα). Οι άρχο­ντες της γης
ξέρουν πως οι ανι­σό­τη­τες δεν δημιουρ­γούν ισορ­ρο­πί­ες, αλλά ανι­σορ­ρο­πί­ες. Και
αυτό απο­τε­λεί μια διαρ­κή απει­λή για αυτούς. Για αυτό απο­θη­κεύ­ουν τεράστιες
δυνά­μεις βίας, που είναι έτοι­μες να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν ανά πάσα στιγμή.
Αλλά η
κατα­στο­λή διαρ­κεί για μια μάλ­λον σύντο­μη περί­ο­δο, δεδο­μέ­νου του άνισου
συσχε­τι­σμού δυνά­με­ων. Τι γίνε­ται όμως όταν δεν υπάρ­χει καταστολή;
Η
κυρί­αρ­χη ιδε­ο­λο­γία μεταγ­γί­ζε­ται στις μεγά­λες μάζες, που πεί­θο­νται πως αυτή
είναι η πραγ­μα­τι­κή τάξη του κόσμου και οι ίδιες δεν μπο­ρούν να καταφέρουν
τίποτε.
Η
χρι­στια­νι­κή θρη­σκεία, από τη στιγ­μή που γίνε­ται κρα­τι­κή θρη­σκεία, γίνε­ται και
ιδε­ο­λο­γία του κρά­τους. Και από εδώ και μπρος δεν έχεις να τα βάλεις με το
μονάρ­χη, αλλά με τον ίδιο το θεό, μια και ο μονάρ­χης βρί­σκε­ται στη θέση του
«ελέω θεού». Δηλα­δή, ο μονάρ­χης είχε το θεό «μπάρ­μπα στη Κορώ­νη» και τον
διό­ρι­σε. Και ως εκ τού­του, ο πιστός στο θεό πρέ­πει να είναι πιστός και στο
μονάρχη.
Σήμε­ρα,
παρά την τερά­στια δύνα­μη που έχει η εκκλη­σία, δεν μπο­ρεί να παί­ξει τον ίδιο
ρόλο που έπαι­ζε πριν από τις αστι­κές επα­να­στά­σεις. Έχει όμως δια­μορ­φω­θεί μια
νέα θρη­σκεία που έχει καλύ­τε­ρα απο­τε­λέ­σμα­τα. Η τηλε­ό­ρα­ση, που προπαγανδίζει
έναν κατα­να­λω­τι­κό παρά­δει­σο και μετα­τρέ­πει τον πολί­τη σε κατα­να­λω­τή. Ο
κατα­να­λω­τής θεω­ρεί τον εαυ­τό του έναν εν δυνά­μει καπι­τα­λι­στή. Θέλει να αγοράσει
ένα σπί­τι σαν κι αυτά που βλέ­πει στα περιο­δι­κά. Ένα αυτο­κί­νη­το πρωτοκλασάτο.
Πιστεύ­ει πως θα πλου­τί­σει εύκο­λα αν παί­ξει τις οικο­νο­μί­ες του στο
Χρη­μα­τι­στή­ριο. Και όλες αυτές οι ψευ­δαι­σθή­σεις θα χαθούν όταν χάσει τα λεφτά
του στον τζό­γο, του πάρουν πίσω το σπί­τι και το αυτο­κί­νη­το και βρεθεί
υπερ­χρε­ω­μέ­νος στο δρό­μο. Αλλά μέχρι αυτή τη στιγ­μή υπη­ρέ­τη­σε πιστά το σύστημα.
Βία
και κράτος
Η βία
είναι επι­νό­η­ση του κρά­τους και της εξου­σί­ας. Δεν πρέ­πει να τη συγ­χέ­ου­με με τη
βία της φύσης. Η βία της φύσης είναι μια δια­τρο­φι­κή αλυ­σί­δα. Και η δια­φο­ρά που
έχου­με με τα ζώα είναι πως εμείς τρώ­με το κρέ­ας μαγει­ρε­μέ­νο κι αυτά το τρώνε
ωμό. Επι­πλέ­ον, τα ζώα τρώ­νε αυτό που τους χρειά­ζε­ται για να ζήσουν, ενώ εμείς καταναλώνουμε
και αυτά που δεν μας χρειά­ζο­νται για να ζήσου­με. Άρα, οποια­δή­πο­τε ανα­φο­ρά στη
βία σαν ένα φυσι­κό χαρα­κτη­ρι­στι­κό του ανθρώ­που, μια που και εμείς είμα­στε μέρος
της φύσης, είναι παρα­λο­γι­σμός. Σίγου­ρα ο άνθρω­πος έχει μέσα του και τον Χριστό
και τον Χίτλερ. Μπο­ρεί να αγιά­σει και μπο­ρεί να κάνει μαζι­κά εγκλή­μα­τα, ακόμα
και αν η τύχη του πολέ­μου έχει κρι­θεί (Χιρο­σί­μα, Ναγκα­σά­κι). Αν ο Κρο-Μανιόν
επι­κρά­τη­σε του Νεά­ντερ­ταλ, ήταν για­τί χρη­σι­μο­ποί­η­σε τη γλώσ­σα και τα σύμβολα.
Δηλα­δή, βρή­κε έναν τρό­πο επι­κοι­νω­νί­ας που έχει μέσα της το επι­χεί­ρη­μα και τη
συν­διαλ­λα­γή. Η βία είναι ακρι­βώς το αντί­θε­το. Επι­βάλ­λε­ται χωρίς επι­χεί­ρη­μα. Και
αυτή είναι η λει­τουρ­γία της εξουσίας.
Εξου­σία-κρά­τος-βία
είναι μια ίδια ενό­τη­τα. Πώς ανα­τρέ­πε­ται αυτό;
Μέχρι
τώρα, όπως προ­κύ­πτει από την ιστο­ρία, έχου­με δύο δρό­μους. Ο ένας είναι με βίαιη
επα­νά­στα­ση και ο άλλος είναι με διά­βρω­ση. Όπου ανα­τρά­πη­κε βίαια το κρά­τος, η
εξου­σία και η βία δεν έφυ­γαν, απλώς άλλα­ξαν δια­χει­ρι­στή. Και όπου ο φορέ­ας της
επα­νά­στα­σης είχε ένα κυρί­αρ­χο κόμ­μα, τότε είχα­με νίκη του ολο­κλη­ρω­τι­σμού, που
στο όνο­μα της επα­νά­στα­σης και της υπε­ρά­σπι­σής της έφερ­νε ένα δεσποτισμό
χει­ρό­τε­ρο από τον προη­γού­με­νο. Η διά­βρω­ση είναι να χτί­ζεις τη νέα κοι­νω­νία μέσα
στην παλιά. Ένα καλό παρά­δειγ­μα είναι οι σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες της Σου­η­δί­ας, που
έχτι­σαν όλη την υπο­δο­μή του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, όπως και δίκτυα λαϊ­κής παιδείας
και υγεί­ας, πολύ πριν ανα­λά­βουν την εξου­σία. Οι σοσιαλ­δη­μο­κρά­τες δούλευαν
περί­που εβδο­μή­ντα χρό­νια στην κοι­νω­νία, χτί­ζο­ντας τις λαϊ­κές υπο­δο­μές, και
δημιούρ­γη­σαν τερά­στια κινή­μα­τα αλλη­λεγ­γύ­ης και αλλη­λο­βο­ή­θειας. Και όταν
ανέ­λα­βαν την εξου­σία, «κρα­τι­κο­ποί­η­σαν» αυτό το κίνη­μα και απο­κεί άρχι­σε η
παρακ­μή του. Το κρά­τος πάντα είναι σημά­δι ταξι­κής εξου­σί­ας. Και το ερώ­τη­μα αν
πρέ­πει να υπάρ­χει, υπαρκτό.
Κάποιος
θα μπο­ρού­σε να απορ­ρί­ψει αυτές τις σκέ­ψεις ως ρεφορ­μι­στι­κές και καθόλου
επα­να­στα­τι­κές. Ας θυμη­θού­με: Η Καμπό­τζη και το Βιετ­νάμ είναι οι δύο μοναδικές
χώρες που νίκη­σαν ένο­πλα τον ιμπε­ρια­λι­σμό των ΗΠΑ. Οι αρχές του Πολ Ποτ είχαν
ένα επα­να­στα­τι­κό όρα­μα: από­λυ­τη ισό­τη­τα, κατάρ­γη­ση του κέρ­δους και του
χρή­μα­τος, επι­στρο­φή της παρα­γω­γής στον πρω­το­γε­νή τομέα και άλλα τέτοια ωραία
πράγ­μα­τα. Αλλά για να τα κάνει να συμ­βούν όλα αυτά, σφα­γί­α­σε περί­που το ένα
τρί­το του πλη­θυ­σμού της Καμπό­τζης κι έρι­ξε τη χώρα στην από­λυ­τη φτώ­χεια (οι
αξιω­μα­τού­χοι του καθε­στώ­τος δικά­ζο­νται ακό­μα για εγκλή­μα­τα κατά της
ανθρωπότητας).
Μια
τέτοια επα­νά­στα­ση είναι το ίδιο μιση­τή όσο και μια φασι­στι­κή δικτα­το­ρία. Ο
Παπα­δό­που­λος έλε­γε το πρα­ξι­κό­πη­μά του επα­νά­στα­ση. Οι αλλα­γές στην κοινωνία
γίνο­νται πρω­τί­στως στις συνει­δή­σεις. Κι από τη στιγ­μή που αρχί­ζου­με να βλέπουμε
τα πράγ­μα­τα δια­φο­ρε­τι­κά –και με τη δικιά μας ελεύ­θε­ρη βού­λη­ση– στρα­τευό­μα­στε σε
έναν κοι­νω­νι­κό ακτι­βι­σμό που θα δώσει καρ­πούς όταν οι συν­θή­κες ωριμάσουν.
Βεβαί­ως,
η Ιστο­ρία δεν προ­χω­ρά­ει με μέτρο τη ζωή ενός ανθρώ­που. Και είναι ευθέ­ως ανάλογη
με τις συνει­δή­σεις της συντρι­πτι­κής πλειο­ψη­φί­ας ενός λαού. Και όσο κυριαρ­χεί η
τηλε­ο­πτι­κή συνεί­δη­ση, η επα­νά­στα­ση μετα­φέ­ρε­ται στο μέλ­λον. Και δυστυ­χώς, η
Ιστο­ρία δεν είναι αυτο­κί­νη­το για να παίρ­νει επι­τά­χυν­ση. Κινεί­ται με τους
ρυθ­μούς που της επι­βάλ­λουν οι μάζες. Και όσο αυτές παρα­μέ­νουν σε αδράνεια,
βρί­σκε­ται κι αυτή σε αδράνεια.
Παρό­λα
αυτά τα στοι­χειώ­δη για κάποιον πολι­τι­κά σκε­πτό­με­νο άνθρω­πο, βρέ­θη­καν ομά­δες που
θέλη­σαν να επι­τα­χύ­νουν την Ιστο­ρία. Ο Χορστ Μάλερ ήταν ένας από αυτούς. Αυτό το
επι­φα­νές μέλος της «Φρά­ξιας Κόκ­κι­νος Στρατός»-RAF θεω­ρού­σε την εργα­τι­κή τάξη
της Δυτι­κής Γερ­μα­νί­ας τελεί­ως παθη­τι­κή και διε­φθαρ­μέ­νη, και ως εκ τού­του ήταν
αδύ­να­το να απε­λευ­θε­ρω­θεί από μόνη της. Οι εργά­τες ήταν κατατρομαγμένα
γου­ρού­νια, μαζί με το σύνο­λο της Αρι­στε­ράς. Και μαζί με τους συντρό­φους του,
πίστε­ψαν πως με κάποιες δολο­φο­νί­ες και κάποιους δυνα­μί­τες θα την απελευθέρωναν.
Αντί­στοι­χες αντι­λή­ψεις και δρά­σεις υπήρ­χαν και σε άλλες χώρες της Ευρώ­πης. Το
ενδια­φέ­ρον με τον Μάλερ ήταν πως, μόλις βγή­κε από τη φυλα­κή, άλλα­ξε το
μπολ­σε­βί­κι­κο κοστού­μι του και φόρε­σε το ναζι­στι­κό. Σήμε­ρα είναι ηγετικό
στέ­λε­χος των νεοναζί.
Άλλα­ξε
ο Μάλερ πολι­τι­κές αντι­λή­ψεις, όπως τον κατη­γό­ρη­σαν, ή απλώς παρέ­μει­νε συνεπής
στις από­ψεις του και ήταν πάντα ναζί; Κατά την άπο­ψή μου, μια ναζι­στι­κή ή
φασι­στι­κή αντί­λη­ψη δεν είναι απα­ραί­τη­το να έχει την αντί­στοι­χη ιδεολογική
ανα­φο­ρά. Μπο­ρεί να εκφρά­ζε­ται μέσα από ένα θρη­σκευ­τι­κό κίνη­μα. Ακό­μα μπο­ρεί να
εκφρα­στεί και από το οποιο­δή­πο­τε πολι­τι­κό κίνη­μα, δεξιό, κεντρώο, αριστερό,
αλλά ακό­μα και αναρ­χι­κό. Σ’ αυτήν την αντί­λη­ψη υπάρ­χουν μερι­κά σταθερά
χαρα­κτη­ρι­στι­κά που μπο­ρού­με να τα κατονομάσουμε: 
– Οι
μάζες βρί­σκο­νται σε λήθαρ­γο και παρακ­μή και από μόνες τους δεν μπο­ρούν να
κάνουν τίπο­τε. Είναι πρό­βα­τα και χρειά­ζο­νται έναν τσο­πά­νη (χρι­στια­νι­κή
προ­σέγ­γι­ση, ποί­μνιο και ποι­μέ­νας). Έχουν ανά­γκη από έναν μεσ­σία-αρχη­γό που θα
τους οδη­γή­σει στην απε­λευ­θέ­ρω­σή τους, αφού πρώ­τα υπο­τα­γούν τυφλά στον αρχηγό
(Χίτλερ, Μου­σο­λί­νι και, από την άλλη πλευ­ρά του καθρέ­πτη, Στά­λιν, Μάο και όχι
μόνο). Το ρόλο του μεσ­σία μπο­ρούν να παί­ξουν και οι λεγό­με­νες πρωτοποριακές
ομά­δες, που θεω­ρούν τον εαυ­τό τους εκπρό­σω­πο του λαού, άσχε­τα αν δεν έχουν
καμιά σχέ­ση μαζί του.
– Στο
σημείο, λοι­πόν, που όλοι αυτοί είναι ανώ­τε­ροι από τους άλλους, είτε σαν φυλή ή
πρω­το­πο­ρία είτε σαν ποι­μέ­νες-αρχη­γοί και φίρερ, ανα­γκα­στι­κά δεν μπο­ρεί να
υπάρ­ξει ισό­τη­τα. Οι άλλοι είναι υπο­δε­έ­στε­ροι. Άρα, το μόνο που έχουν να κάνουν
οι «κατώ­τε­ροι» είναι ή να ακο­λου­θή­σουν τυφλά τους αρχη­γούς ή να θεω­ρη­θούν εχθροί,
στο σημείο που δεν υπο­τάσ­σο­νται στην ανώ­τε­ρη αλήθεια.
– Όταν
κάποιος από μας πατά­ει μια κατσα­ρί­δα, ποτέ δεν σκέ­φτε­ται ότι σκο­τώ­νει μια ζωή.
Και όταν οι άνθρω­ποι, στα μάτια των ανω­τέ­ρων, έχουν τα ίδια δικαιώ­μα­τα με τις
κατσα­ρί­δες, η ανθρώ­πι­νη ζωή δεν έχει καμία σημα­σία. Για αυτό είναι εύκο­λη η
βία. Άνθρω­ποι είναι μόνο όσοι είναι δικοί μας. Οι υπό­λοι­ποι βαπτί­ζο­νται εχθροί.
Και η βία, από εργα­λείο, γίνε­ται αξία και δημιουρ­γεί τον σίριαλ κίλερ, είτε με
πολι­τι­κή ανα­φο­ρά είτε όχι.

Υπάρ­χει πάντα μια ανα­φο­ρά που δεν μπαί­νει ποτέ σε αμφι­σβή­τη­ση. Και αυτή μπορεί
να είναι θρη­σκευ­τι­κή-μετα­φυ­σι­κή, μπο­ρεί να είναι εθνι­κή ιδέα, μπο­ρεί να είναι
φυλε­τι­κή, και ακό­μα μπο­ρεί να είναι επα­να­στα­τι­κή-φαντα­σια­κή. Ένα είδος
θεα­τρι­κού έργου που, για να παι­χτεί, απαι­τεί ανθρώ­πι­νες ζωές.
Όλα τα
κινή­μα­τα που είχαν αυτά τα χαρα­κτη­ρι­στι­κά, άσχε­τα αν κάπο­τε πήραν την εξου­σία ή
δεν μπό­ρε­σαν ποτέ να την πλη­σιά­σουν κι έμει­ναν μικρές περι­θω­ρια­κές ομά­δες κι
εξο­ντώ­θη­καν, έχουν ένα κοι­νό χαρα­κτη­ρι­στι­κό. Δεν είναι κινή­μα­τα μαζών, ακόμα
και όταν είναι μαζι­κά, αλλά ένα κρα­τι­κό μόρ­φω­μα που χτί­ζε­ται μέσα στο κρά­τος με
σκο­πό να το αντι­κα­τα­στή­σει. Με άλλα λόγια, ο παρά­γο­ντας άνθρω­πος είναι απών.
Για αυτό και η βία για αυτούς είναι απα­ραί­τη­τη. Για­τί σκέ­φτο­νται σαν κρά­τος και
εξουσία.
Αν
ζού­σε σήμε­ρα ο Τσε, δεν θα έκα­νε κανέ­να αντάρ­τι­κο. Θα είχε κατα­λά­βει πως τα
ένο­πλα κινή­μα­τα είναι αδιέ­ξο­δα. Δηλα­δή, αυτό που κατά­λα­βαν όλα τα ένοπλα
κινή­μα­τα στη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή, που δεν είχαν καμιά σχέ­ση με τις καρικατούρες
των ένο­πλων κινη­μά­των στην Ευρώπη.
Οι
Σαντι­νί­στας, που πήραν την εξου­σία με τα όπλα το 1979, κατά­λα­βαν στη συνέχεια
πως δεν μπο­ρού­σαν να την κρα­τή­σουν με τα όπλα. Και το 1990 κάνουν εκλο­γές, τις
οποί­ες και χάνουν και απο­χω­ρούν από την εξουσία.
Ο
υπο­διοι­κη­τής Μάρ­κος των Ζαπα­τί­στας στο Μεξι­κό ποτέ δεν δήλω­σε πως πρέ­πει να
πάρουν την εξου­σία με τα όπλα, αλλά πως πρέ­πει να παλέ­ψουν σε ένα πολιτικό
πλαί­σιο που θα δημιουρ­γού­σε μια αυθε­ντι­κή δημο­κρα­τία στο Μεξι­κό, που θα χωρούσε
και τα δικαιώ­μα­τα των ιθα­γε­νών λαών του.
Το μόνο
ένο­πλο κίνη­μα που έχει απο­μεί­νει στη Λατι­νι­κή Αμε­ρι­κή είναι το παραδοσιακό
αντάρ­τι­κο του FARC, που δεν έχει πραγ­μα­τι­κό πρό­γραμ­μα εξου­σί­ας. Αυτοσυντηρείται
συχνά με συμ­μα­χί­ες με τις μαφί­ες των ναρ­κω­τι­κών, δημιουρ­γώ­ντας έτσι ένα
ανταρ­το­λη­στρι­κό κίνη­μα που δεν έχει σχέ­ση με τη πολι­τι­κή, αλλά με την επιβίωση.
Υπο­δειγ­μα­τι­κές
πρά­ξεις και η Ακρο­δε­ξιά των ΗΠΑ
Μετά
τον γαλ­λι­κό Μάη του ’68 και το φοι­τη­τι­κό κίνη­μα που ξέσπα­σε σε Ευρώ­πη και ΗΠΑ
περί­που την ίδια περί­ο­δο με εντυ­πω­σια­κή ορμή, είχα­με στην ουσία μια πρώτη
ουσια­στι­κή ρήξη με τον σοβιε­τι­κό κομ­μου­νι­σμό. Μετά την επι­κρά­τη­ση του
μπολ­σε­βί­κι­κου πρα­ξι­κο­πή­μα­τος τον Οκτώ­βρη του 1917, το πολύ­βουο και πολύχρωμο
επα­να­στα­τι­κό κίνη­μα του 19ου αιώ­να πέρα­σε μέσα από τους απο­στα­κτή­ρες των
μπολ­σε­βί­κων, που δημιούρ­γη­σαν υπο­κα­τα­στή­μα­τα και αντι­προ­σω­πεί­ες σχε­δόν σε όλο
τον κόσμο, με εργα­λείο την Γ΄ Διε­θνή. Κυριάρ­χη­σαν ιδε­ο­λο­γι­κά και πολιτικά,
εγκα­θι­στώ­ντας το παγκό­σμιο μονο­πώ­λιο της επα­νά­στα­σης. Η ρήξη με την Κίνα, μετά
το θάνα­το του Στά­λιν, μπο­ρεί να δημιούρ­γη­σε ένα μαοϊ­κό κίνη­μα ανά τον κόσμο,
αλλά δεν είχε καλύ­τε­ρη τύχη από αυτό του τρο­τσκι­σμού. Το ένδο­ξο αναρ­χι­κό κίνημα
του 19ου αιώ­να είχε μια τελευ­ταία ανα­λα­μπή στην Ισπα­νία, πριν και κατά τη
διάρ­κεια του εμφυ­λί­ου πολέ­μου. Και στη μόνη μορ­φή που είχε επι­ζή­σει ήταν είτε
με τη μορ­φή του συν­δι­κα­λι­σμού είτε σαν σημα­ντι­κές προ­σφο­ρές δια­νο­ου­μέ­νων. Και
εδώ εμφα­νί­ζε­ται αυτό που απο­κα­λού­με συμ­βο­λι­κά «γαλ­λι­κός Μάης». Για­τί στην ουσία
ήταν ένα διε­θνές κίνη­μα, που σ’ αυτό μπο­ρού­με να εντά­ξου­με επί­σης και το δικό
μας Πολυ­τε­χνείο. Και αυτό το κίνη­μα φέρ­νει τα πάνω κάτω.
Κι
ανοί­γο­νται πολ­λές συζη­τή­σεις. Σύμ­φω­νοι όλοι στην απόρ­ρι­ψη του σοβιετικού
κομ­μου­νι­σμού. Αλλά απο­κεί και πέρα, τι; Να θυμί­σου­με λίγο την επο­χή. Αντάρτικα
στον Τρί­το κόσμο. Πολι­τι­στι­κή επα­νά­στα­ση στην Κίνα. Βιετ­νάμ και Καμπό­τζη που
προ­χω­ρού­σαν νικη­φό­ρα με τη δύνα­μη των όπλων. Κι ανοί­γει μια μεγά­λη συζήτηση:
Ξανα­παίρ­νου­με τα όπλα στον ανα­πτυγ­μέ­νο κόσμο και γινό­μα­στε η ένο­πλη πρωτοπορία
ή εντασ­σό­μα­στε στο μαζι­κό κίνη­μα και δίνου­με όλη μας την ενέρ­γεια σε αυτήν τη
δύνα­μη; Κάποιοι επέ­λε­ξαν την ένο­πλη βία σαν υπο­δειγ­μα­τι­κή πρά­ξη. Και έτσι
είχα­με τη Φρά­ξια Κόκ­κι­νος Στρα­τός στη Δυτι­κή Γερ­μα­νία, την Άμε­ση Δρά­ση στη
Γαλ­λία, τις Ερυ­θρές Ταξιαρ­χί­ες στην Ιτα­λία και στην Ελλά­δα τη 17 Νοέμ­βρη. Εκτός
από την Ιτα­λία, όπου οι Ερυ­θρές Ταξιαρ­χί­ες και η Αυτο­νο­μία του Νέγκρι είχαν
χιλιά­δες μέλη και υπο­στη­ρι­κτές, όλες οι υπό­λοι­πες ομά­δες της ένοπλης
υπο­δειγ­μα­τι­κής δρά­σης ήταν ολιγάριθμες.
Η
τακτι­κή που επι­λέ­χτη­κε ήταν οι δολο­φο­νί­ες και η νιτρο­γλυ­κε­ρί­νη, που αναβίωσαν
τις χει­ρό­τε­ρες στιγ­μές του αναρ­χι­κού κινή­μα­τος στο τέλος του 19ου αιώ­να και
στις αρχές του 20ού. Ο αναρ­χι­σμός, από κίνη­μα ισό­τη­τας και δικαιοσύνης,
ταυ­τί­ζε­ται με δολο­φο­νι­κές ενέρ­γειες από τους πολέ­μιούς του και μέχρι σήμε­ρα δεν
έχει μπο­ρέ­σει να ξεφύ­γει από αυτήν τη ρετσι­νιά. Σε αυτό δεν είναι άμοι­ροι ευθυνών
και οι ίδιοι οι αναρ­χι­κοί. Δομι­κά, αυτά τα κινή­μα­τα δεν ήταν δια­φο­ρε­τι­κά από τα
ένο­πλα ακρο­δε­ξιά κινή­μα­τα των ΗΠΑ, και ιδιαί­τε­ρα από την Κου Κλουξ Κλαν, που
χρη­σι­μο­ποί­η­σε τις ίδιες μεθό­δους. Αυτό που άλλα­ζε ήταν ο στό­χος. Στη περίπτωση
της Ακρο­δε­ξιάς των ΗΠΑ, στό­χος ήταν οι μαύ­ροι. Στην περί­πτω­ση των ένοπλων
επα­να­στα­τι­κών ομά­δων ήταν στε­λέ­χη του κατε­στη­μέ­νου, άσχε­τα αν ήταν ένο­χοι ή
αθώ­οι. Και εδώ επι­κρά­τη­σε η φασι­στι­κή αντί­λη­ψη της συλ­λο­γι­κής ευθύνης.
Ξεπέ­ρα­σαν έτσι και τους ίδιους τους νόμους του κάθε ολο­κλη­ρω­τι­κού κρά­τους. Εκεί
κάποια δίκη ή κάποιο στρα­το­δι­κείο στη­νό­ταν, έστω και για τα μάτια. Σ’ αυτές τις
ομά­δες δεν χρεια­ζό­ταν τίπο­τα. Απο­φά­σι­ζαν ποιος ήταν ο εχθρός και τον
εκτε­λού­σαν, ξεπερ­νώ­ντας και την ίδια τη μαφία στην οποία ποτέ δεν ίσχυ­σε η
συλ­λο­γι­κή ευθύ­νη. Το θύμα πάντο­τε ήταν συγκε­κρι­μέ­νο. Στους «δικούς μας
επα­να­στά­τες» ισχύ­ει η συλ­λο­γι­κή ευθύ­νη. Και κατά τα πρό­τυ­πα των ναζί
δημιουρ­γούν «Καλά­βρυ­τα» στο μέτρο του δυνα­τού. Και εφαρ­μό­ζουν την αρχή του
«συλ­λο­γι­κού υπο­συ­νεί­δη­του», που σημαί­νει πως όλοι είναι ένοχοι.
Μέσα
και σκοπός
Αυτό
που λέγε­ται, ότι «ο σκο­πός αγιά­ζει τα μέσα», στην ουσία σημαί­νει πως επιδιώκεις
έναν αθέ­μι­το σκο­πό με αθέ­μι­τα μέσα. Και για να δικαιο­λο­γή­σεις τα αθέ­μι­τά σου
μέσα, βαφτί­ζεις το σκο­πό σου θεμι­τό, του δίνεις ένα ωραίο όνο­μα και το
ονο­μά­ζεις «υψη­λό ιδα­νι­κό». Κι απο­κεί και πέρα, παίρ­νεις συγχωροχάρτι
προ­κα­τα­βο­λι­κά και μπο­ρεί να κάνεις ό,τι θέλεις. Όπου η εξου­σία κατα­κτή­θη­κε με
τα όπλα, κρα­τή­θη­κε με τα όπλα, εκτός σπα­νί­ων περι­πτώ­σε­ων, που αυτήν τη φορά
στρά­φη­καν ενα­ντί­ον των μαζών που έκα­ναν την επα­νά­στα­ση. Για­τί, ποτέ και
που­θε­νά, καμία πρω­το­πο­ρία δεν έκα­νε καμιά επα­νά­στα­ση. Η επα­νά­στα­ση είναι
υπό­θε­ση των μαζών, όταν συνει­δη­το­ποι­ή­σουν πως έχουν τη δύνα­μη να
επα­να­στα­τή­σουν, ανε­ξάρ­τη­τα αν αυτή τους η δύνα­μη κατα­λή­ξει στα χέρια αδίστακτων
γρα­φειο­κρα­τών, που με τη βία της κατα­στο­λής αφαι­ρούν τη δύνα­μη των μαζών.
Η
Hannah Arendt στο βιβλίο της «Περί Βίας» (εκδό­σεις Αλε­ξάν­δρεια) κάνει μια
σημα­ντι­κή διά­κρι­ση μετα­ξύ βίας και δύνα­μης, που σαν έννοιες δεν έχουν καμία
σχέ­ση μετα­ξύ τους. Αν και είναι πολ­λοί που ταυ­τί­ζουν αυτές τις δύο έννοιες,
στην ουσία είναι αντί­θε­τες μετα­ξύ τους. Η βία είναι εργα­λείο. Και η Arendt στη
μελέ­τη της μένει έκπλη­κτη από το γεγο­νός για το πόσο σπά­νια το θέμα της βίας
απο­τέ­λε­σε αντι­κεί­με­νο ιδιαί­τε­ρης ανάλυσης.
Η βία
δεν δημιουρ­γεί δύνα­μη, αλλά αδυ­να­μία. Και όταν τα μέσα επι­κρα­τούν του σκοπού
και αυτά είναι βίαια, το προ­ϊ­όν της βίας έχει ακό­μη περισ­σό­τε­ρη βία
(τσα­ρι­σμός-μπολ­σε­βι­κι­σμός).
Η
δύνα­μη είναι η άτυ­πη εξου­σία των μαζών, που είτε τη χρη­σι­μο­ποιούν για τα
συμ­φέ­ρο­ντα των πολ­λών είτε την παρα­χω­ρούν (ή υφαρ­πά­ζε­ται με διά­φο­ρα μέσα) σε
μια εξου­σια­στι­κή ελίτ, από μοναρ­χία έως εκλεγ­μέ­νη κοι­νο­βου­λευ­τι­κή κυβέρνηση.
Άρα, η
υπό­θε­ση της επα­νά­στα­σης είναι να γυρί­σει η δύνα­μη εκεί που ανή­κει. Κι αυτό
απο­τε­λεί το μεγά­λο δια­κύ­βευ­μα, όταν οι πολ­λοί πιστεύ­ουν ότι δεν μπο­ρούν να
κάνουν τίπο­τα. Και ιδού λοι­πόν πεδίο δόξης λαμπρό για τους επα­να­στά­τες. Αγώνας
για να γυρί­σει η δύνα­μη εκεί που ανήκει.
Γι’
αυτό χρειά­ζο­νται πολ­λές παρεμ­βά­σεις, σε πολ­λά επί­πε­δα, τόσο στο ατο­μι­κό, όσο
και στο κοι­νω­νι­κό. Για μένα, αυτός που θέλει έναν κου­βά νερό για να πλύ­νει τα
δόντια του, δεν μπο­ρεί να είναι επα­να­στά­της, ακό­μα και αν διδά­σκει οικο­λο­γία σε
πανε­πι­στή­μιο. Χωρίς προ­σω­πι­κή ηθι­κή, είμα­στε όλοι εν δυνά­μει εξου­σια­στές και
γρα­φειο­κρά­τες, όσο κι αν δια­κη­ρύσ­σου­με το αντίθετο.
Τελι­κά,
για ποιον παρά­δει­σο αγω­νι­ζό­μα­στε; Για ποια ουτο­πία; Για τίπο­τα από όλα αυτά.
Κανείς δεν ήρθε από τον παρά­δει­σο για να μας πει πώς είναι. Και οι ουτο­πί­ες που
πήγαν να χτι­στούν γίναν δυστο­πί­ες. Δεν μπο­ρού­με να φαντα­στού­με καμία μελλοντική
κοι­νω­νία αν δεν αρχί­σου­με να τη χτί­ζου­με από τώρα μέσα σ’ αυτήν τη κοινωνία.
Μπο­ρού­με να δού­με μερι­κά χαρα­κτη­ρι­στι­κά: ισό­τη­τα, δικαιο­σύ­νη, η παρα­γω­γή του
πλού­του να πηγαί­νει στην κοι­νω­νία κι όχι στους κερ­δο­σκό­πους. Μαζί με πολ­λά άλλα
χαρα­κτη­ρι­στι­κά, που έχουν δια­τυ­πω­θεί ανά τους αιώ­νες από τους μεγάλους
στο­χα­στές που είχαν στό­χο τον άνθρω­πο και την ευτυ­χία του.
Προς
το παρόν, παλεύ­ου­με για ανθρώ­πι­να δικαιώ­μα­τα στην κόλα­ση. Κι αυτό δεν είναι
εύκο­λη δουλειά.

Περι­κλής
Κορο­βέ­σης – Ιού­λης 2010

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted