20.5.2025 Χαιρετισμός στον Αχιλλέα Θεοφίλου - Φαιακία

20.5.2025 Χαιρετισμός στον Αχιλλέα Θεοφίλου

Ένα απο­χαι­ρε­τι­στή­ριο σημεί­ω­μα για τον ‘πρί­γκη­πα’ της Ελλη­νι­κής δισκο­γρα­φί­ας λάβα­με από τον φίλ­τα­το Στέ­φα­νο Πάντο… Το υπο­γρά­φει ο άγνω­στος σε μας ‘κυκλο­θυ­μι­κός’ με το πολύ ζεστό και αισθα­ντι­κό του γράψιμο.

 

Γεν­νή­θη­κε λίγο πριν την Κατο­χή, μέσα στον Έπος της Αλβα­νί­ας, τον Μάρ­τη του 1940. Ήταν από­γο­νος προ­σφύ­γων, μεγά­λω­σε στη Μυτι­λή­νη, μέχρι τα 12. Κι ας ταξί­δε­ψε πολύ ποτέ δεν έφυ­γε από το νησί του.

Κι οι δυο γονείς του έπαι­ζαν μου­σι­κά όργα­να, ο πατέ­ρας του βιο­λί, η μάνα του μαντο­λί­νο. Στο σπί­τι άκου­γαν πότε κλα­σι­κή μου­σι­κή και πότε τα λαϊ­κά από απέναντι.

Όπως κι η Ελλά­δα το ένα αυτί το είχε στην Δύση το άλλο στην Ανατολή.

Σπού­δα­σε εκεί­νη την επο­χή πρώ­τα στην Γενεύη Πολι­τι­κές Επι­στή­μες κι ύστε­ρα στην Σορ­βόν­νη Κοινωνιολογία.

Ανδρώ­θη­κε πολι­τι­κά στους Λαμπρά­κη­δες κι αργό­τε­ρα έγι­νε ένα από τα πρω­το­πα­λί­κα­ρα του Μάη του 68.

Η παρέα του στο Παρί­σι ήταν ο Κούν­δου­ρος, ο Γαβράς, ο Χρι­στο­δού­λου, ο Βασί­λης Δια­μα­ντό­που­λος, ο Γιώρ­γος Κατα­κου­ζη­νός του «Άγγε­λου», ο Κώστας Φέρ­ρης του «Ρεμπέ­τι­κου», ο Βασί­λης Βασιλικός.

Ήταν αυτο­ε­ξό­ρι­στος από την Χού­ντα μέχρι το 1971, όταν ανα­γκά­στη­κε να γυρί­σει στην Ελλά­δα. Η επι­στρο­φή του ήταν σκλη­ρή. Έπε­σε κυνή­γι, συλ­λή­ψεις, παρα­κο­λου­θή­σεις, ξύλο, βασανιστήρια.

Η Χού­ντα δεν τον άφη­σε να δου­λέ­ψει ούτε καν για το γαλ­λι­κό πρα­κτο­ρείο ειδή­σε­ων. Έτσι έμπλε­ξε με τις δισκο­γρα­φι­κές και τον Μάτσα.

Μαζί ξεκί­νη­σαν επί της ουσί­ας. Θα μεί­νει εκεί -με κάτι δια­λείμ­μα­τα- μέχρι το 2006. Τότε που πια δεν ήταν τίπο­τα το ίδιο στο ελλη­νι­κό τραγούδι.

Εκεί θα γνω­ρί­σει τον Κου­γιουμ­τζή, τον Χατζι­δά­κι, τον Γκά­τσο, τον Καλ­δά­ρα, τον Ξαρ­χά­κο, τον Μαρ­κό­που­λο, τον Μού­τση, τον Σπα­νό, τον Χατζη­νά­σιο, τον Κατσαρό.

Τον Μάνο Λοΐ­ζο, τον καλύ­τε­ρο του φίλο, τον «αδερ­φό» του, τον ήξε­ρε από πριν, από τους δρό­μους της φωτιάς της δεκα­ε­τί­ας του 60-70. Συγκά­τοι­κοι στο σπί­τι στα Εξάρ­χεια, συγκά­τοι­κοι και στα κρατητήρια.

Ο άλλος του «αδερ­φός» ήταν ο πρό­ε­δρος, ο Λευ­τέ­ρης Παπαδόπουλος.

Είχε έναν πίνα­κα στο σπί­τι του που είχε κατα­γρά­ψει όλες τις και­νο­τό­μες βωμο­λο­χί­ες που είχε ξεστο­μή­σει ο “πρό­ε­δρος” στη ζωή του.

Αυτή ήταν η ισχυ­ρή τριαν­δρία του ελλη­νι­κού τρα­γου­διού, που όσο έζη­σαν μαζί ρού­φη­ξαν τη ζωή, τις γυναί­κες, τις πλά­κες, τα ταξί­δια, τους πολι­τι­κούς αγώ­νες, τα ξενύ­χτια, τα μαγα­ζιά, τις παραλίες.

Ο Μάνος έφυ­γε πολύ νωρίς, τους άφη­σε ορφα­νούς. Στα χέρια τους έμει­νε η κλη­ρο­νο­μιά του… Του έμει­νε το παρά­πο­νο που δεν πρό­σε­χε καθό­λου την υγεία του. Μόνο γι’ αυτό είχαν τσακωθεί.

Μέσα στην Χού­ντα, με το δια­βα­τή­ριο του στα χέρια των Συνταγ­μα­ταρ­χών, κατα­φέρ­νει με παρέμ­βα­ση του Μάτσα να φύγει στο Παρί­σι, να βρει τον άλλον αυτο­ε­ξό­ρι­στο, τον Μίκη Θεο­δω­ρά­κη. Μαζί του είχε κι έναν τρα­γου­δι­στή που οι καριέ­ρες τους ξεκί­νη­σαν παράλ­λη­λα και συμπλη­ρω­μα­τι­κά, τον Γιώρ­γο Νταλάρα.

Από εκεί ηχο­γρα­φούν τα “18 Λια­νο­τρά­γου­δα” του Ρίτσου. 58 ώρες έγρα­φαν στο στού­ντιο! 58 ώρες συνεχομένα!

Αγα­πού­σε το ποδό­σφαι­ρο, φανα­τι­κός γαύ­ρος αυτός, φανα­τι­κός βάζε­λος ο Πάριος. Ο Πάριος έγι­νε ο τέταρ­τος των τριών σωματοφυλάκων.

Όταν τέλειω­ναν τα ματς και τους έπαιρ­ναν χαμπά­ρι οι Ολυ­μπια­κοί που ήξε­ραν για τον Πάριο περι­κύ­κλω­ναν το αμά­ξι και φώνα­ζαν «Ντα­λά­ρας! Νταλάρας!»

Από δίκη του ακρό­α­ση πέρα­σε η Χαρού­λα Αλε­ξί­ου, αυτός την έβγα­λε στη μου­σι­κή βιο­μη­χα­νία. Αυτός την «πλά­νε­ψε» αργό­τε­ρα και την έκα­νε γυναί­κα του, μαζί υιο­θέ­τη­σαν κι έναν γιο.

Ποτέ δεν ξέφυ­γε από την «πλά­νη» του, ακό­μα και μετά το δια­ζύ­γιο, θα ήταν ο «αδερ­φός» της μέχρι το τέλος.

Αυτός έμα­θε να ακού­ει η Χαρού­λα γαλ­λι­κή μου­σι­κή και να δια­βά­ζει ποί­η­ση. Ήταν ο μέντο­ράς της. Την σκά­λι­σε από την αρχή.

Λάτρευε τον Μπρα­σένς κι έβλε­πε στον Φοί­βο Δελη­βο­ριά την ελλη­νι­κή εκδο­χή του.

Θαύ­μα­σε περισ­σό­τε­ρο τον Μάνο Χατζι­δά­κι και τον Μίκη Θεο­δω­ρά­κη. Είχε κάνει την οργά­νω­ση και την επι­μέ­λεια σχε­δόν σε όλους τους τους δίσκους.

Καθό­ταν για φαγη­τό στον Φλώ­κα με τον Γκά­τσο και τον Χατζι­δά­κι, ήταν ο συντο­νι­στής στο τρο­λά­ρι­σμα και στο καλα­μπού­ρι τους.

«Μάνο σου έγρα­ψα ένα τερά­στιο τρα­γού­δι» έλε­γε ο Γκά­τσος, ενθου­σια­ζό­ταν ο Χατζι­δά­κις «Πες μου Νίκο», «Τι ζητά χωρίς αιτία το που­λί στην Βοιωτία;»

Και θύμω­νε ο Μάνος και πέθαι­ναν στα γέλια οι άλλοι δυο… Του­λά­χι­στον στο τέλος τους κερνούσε.

Αυτός παρη­γο­ρού­σε τον Καζαν­τζί­δη που ήθε­λε μια ώρα να συνέλ­θει από το κλά­μα αφού ηχο­γρα­φού­σε τα τρα­γού­δια του.

Από δική του ακρό­α­ση βγή­κε κι η Άννα Βίσ­ση, 17 χρο­νών με τον πατέ­ρα της μόλις είχε έρθει από την Κύπρο.

Σε αυτόν εμπι­στεύ­τη­κε ο Μπι­θι­κώ­τσης ότι μια μέρα θα γίνει «μάρ­μα­ρο κι οδός». Τελι­κά ο «Σερ» έγι­νε όντως δρό­μος στο Περιστέρι.

Αυτός ξεχώ­ρι­σε κι απο­γεί­ω­σε τον Βασί­λη Παπα­κων­στα­ντί­νου, αυτός τον γνώ­ρι­σε στον κολ­λη­τό του τον Λοΐ­ζο κι επι­με­λή­θη­καν παρέα τον «Γ Παγκόσμιο».

Αυτός συνέ­βα­λε να έρθει ο Ξυλού­ρης στην Αθή­να, τον πήγε μάλι­στα σε ένα καλό εστια­τό­ριο να φάνε να γιορ­τά­σουν την συμφωνία.

Κρι Κρι ο Κρη­τι­κός του λέει «πού με έφε­ρες; Να σου κάνω καλύ­τε­ρα εγώ το τρα­πέ­ζι;», τον παίρ­νει ο Ξυλού­ρης, τον βάζει στο αμά­ξι του, τον πάει στο βου­νό στο Γαλά­τσι, βγά­ζει από το πορτ παγκάζ ένα καπνι­στό κρέ­ας, λίγο ψωμί και τυρί που του είχαν φέρει από την Κρή­τη και μια ντα­μι­τζά­να κρασί.

Γίνο­νται κου­νου­πί­δι. Του τρα­γου­δά τρα­γού­δια που έπαι­ζε με την λύρα του στα πανη­γύ­ρια. Από τις 12 το βρά­δυ μέχρι τις 7 το πρωί. «Έτσι γίνο­νται οι γάμοι» του είπε.

Αυτός έδω­σε στί­χους του Θανά­ση Παπα­κων­στα­ντί­νου -τον ήξε­ρε από φοι­τη­τή στο Πολυ­τε­χνείο- στον Λοΐ­ζο. Τα τελευ­ταία τρα­γού­δια που έφτια­ξε ο Μάνος στην ΕΣΣΔ πριν πεθά­νει ήταν του Θανάση.

Το «Κοσμι­κόν» το έλε­γε μάλι­στα ο Θανά­σης στις τελευ­ταί­ες συναυ­λί­ες του.

Η Μυρ­σί­νη είχε βρει κάπου τυχαία τις κασέ­τες και έβα­λε την φωτιά να δου­λευ­τούν αυτά τα τρα­γού­δια από την αρχή.

Αυτός προ­σγεί­ω­νε τους τρα­γου­δι­στές όταν μάζευαν τα πρώ­τα εκα­τομ­μύ­ρια, αυτός τους μάθαι­νε να τρα­γου­δά­νε «αθη­νέ­ζι­κα», δική του από­φα­ση ήταν ποιος θα πει τελι­κά μερι­κά από τα πιο θρυ­λι­κά τρα­γού­δια της ελλη­νι­κής βιομηχανίας.

Γεν­νή­θη­κε και πέθα­νε «κόκ­κι­νος» όπως έλε­γε, δεν του άρε­σε ποτέ καμία άλλη πολι­τι­κή από­χρω­ση και μείξη.

Κι ας είχε σφα­χτεί πολ­λές φορές με το Κόμμα.

Δεν ήθε­λε να πλη­ρώ­νε­ται από τον 902 για­τί τους έλε­γε: «Σε αυτήν την ηλι­κία να με ταΐ­ζει η μάνα μου;»

Ήταν παρα­μυ­θάς, ήξε­ρε όλες τις ιστο­ρί­ες του κόσμου, ήταν ένας τερά­στιος θρύ­λος του ελλη­νι­κού τρα­γου­διού, ένα εργα­τι­κό μυρ­μή­γκι πίσω από τα φώτα, στις πλά­τες του κου­βά­λη­σε τις λέξεις και τις νότες που σκά­λι­σαν τη σύγ­χρο­νη κουλ­τού­ρα της Ελλά­δας, της Ελλά­δας των ποι­η­τών, των δημιουρ­γών, των σύγ­χρο­νων Οδυσ­σέ­ων που ψάχνουν μια Ιθά­κη ακό­μα και χωρίς συντρό­φους, με τον Ποσει­δώ­να απέ­να­ντι και τους μνη­στή­ρες να τους τρώ­νε το βιός.

Ο Αχιλ­λέ­ας Θεο­φί­λου σήμαι­νε πράγ­μα­τα που ίσως η γενιά μου δε μπο­ρεί καν να τα κατα­λά­βει κι η απώ­λειά του θα είναι ανα­ντι­κα­τά­στα­τη σε έναν κόσμο που αλλά­ζει κι όσο αλλά­ζει μας τρομάζει.

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted