Ένα αποχαιρετιστήριο σημείωμα για τον ‘πρίγκηπα’ της Ελληνικής δισκογραφίας λάβαμε από τον φίλτατο Στέφανο Πάντο… Το υπογράφει ο άγνωστος σε μας ‘κυκλοθυμικός’ με το πολύ ζεστό και αισθαντικό του γράψιμο.
Κι οι δυο γονείς του έπαιζαν μουσικά όργανα, ο πατέρας του βιολί, η μάνα του μαντολίνο. Στο σπίτι άκουγαν πότε κλασική μουσική και πότε τα λαϊκά από απέναντι.
Όπως κι η Ελλάδα το ένα αυτί το είχε στην Δύση το άλλο στην Ανατολή.
Ανδρώθηκε πολιτικά στους Λαμπράκηδες κι αργότερα έγινε ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του Μάη του 68.
Η παρέα του στο Παρίσι ήταν ο Κούνδουρος, ο Γαβράς, ο Χριστοδούλου, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Γιώργος Κατακουζηνός του «Άγγελου», ο Κώστας Φέρρης του «Ρεμπέτικου», ο Βασίλης Βασιλικός.
Η Χούντα δεν τον άφησε να δουλέψει ούτε καν για το γαλλικό πρακτορείο ειδήσεων. Έτσι έμπλεξε με τις δισκογραφικές και τον Μάτσα.
Μαζί ξεκίνησαν επί της ουσίας. Θα μείνει εκεί -με κάτι διαλείμματα- μέχρι το 2006. Τότε που πια δεν ήταν τίποτα το ίδιο στο ελληνικό τραγούδι.
Τον Μάνο Λοΐζο, τον καλύτερο του φίλο, τον «αδερφό» του, τον ήξερε από πριν, από τους δρόμους της φωτιάς της δεκαετίας του 60-70. Συγκάτοικοι στο σπίτι στα Εξάρχεια, συγκάτοικοι και στα κρατητήρια.
Ο άλλος του «αδερφός» ήταν ο πρόεδρος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Αυτή ήταν η ισχυρή τριανδρία του ελληνικού τραγουδιού, που όσο έζησαν μαζί ρούφηξαν τη ζωή, τις γυναίκες, τις πλάκες, τα ταξίδια, τους πολιτικούς αγώνες, τα ξενύχτια, τα μαγαζιά, τις παραλίες.
Ο Μάνος έφυγε πολύ νωρίς, τους άφησε ορφανούς. Στα χέρια τους έμεινε η κληρονομιά του… Του έμεινε το παράπονο που δεν πρόσεχε καθόλου την υγεία του. Μόνο γι’ αυτό είχαν τσακωθεί.
Μέσα στην Χούντα, με το διαβατήριο του στα χέρια των Συνταγματαρχών, καταφέρνει με παρέμβαση του Μάτσα να φύγει στο Παρίσι, να βρει τον άλλον αυτοεξόριστο, τον Μίκη Θεοδωράκη. Μαζί του είχε κι έναν τραγουδιστή που οι καριέρες τους ξεκίνησαν παράλληλα και συμπληρωματικά, τον Γιώργο Νταλάρα.
Από εκεί ηχογραφούν τα “18 Λιανοτράγουδα” του Ρίτσου. 58 ώρες έγραφαν στο στούντιο! 58 ώρες συνεχομένα!
Όταν τέλειωναν τα ματς και τους έπαιρναν χαμπάρι οι Ολυμπιακοί που ήξεραν για τον Πάριο περικύκλωναν το αμάξι και φώναζαν «Νταλάρας! Νταλάρας!»
Ποτέ δεν ξέφυγε από την «πλάνη» του, ακόμα και μετά το διαζύγιο, θα ήταν ο «αδερφός» της μέχρι το τέλος.
Λάτρευε τον Μπρασένς κι έβλεπε στον Φοίβο Δεληβοριά την ελληνική εκδοχή του.
Θαύμασε περισσότερο τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη. Είχε κάνει την οργάνωση και την επιμέλεια σχεδόν σε όλους τους τους δίσκους.
Καθόταν για φαγητό στον Φλώκα με τον Γκάτσο και τον Χατζιδάκι, ήταν ο συντονιστής στο τρολάρισμα και στο καλαμπούρι τους.
«Μάνο σου έγραψα ένα τεράστιο τραγούδι» έλεγε ο Γκάτσος, ενθουσιαζόταν ο Χατζιδάκις «Πες μου Νίκο», «Τι ζητά χωρίς αιτία το πουλί στην Βοιωτία;»
Και θύμωνε ο Μάνος και πέθαιναν στα γέλια οι άλλοι δυο… Τουλάχιστον στο τέλος τους κερνούσε.
Από δική του ακρόαση βγήκε κι η Άννα Βίσση, 17 χρονών με τον πατέρα της μόλις είχε έρθει από την Κύπρο.
Σε αυτόν εμπιστεύτηκε ο Μπιθικώτσης ότι μια μέρα θα γίνει «μάρμαρο κι οδός». Τελικά ο «Σερ» έγινε όντως δρόμος στο Περιστέρι.
Αυτός ξεχώρισε κι απογείωσε τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, αυτός τον γνώρισε στον κολλητό του τον Λοΐζο κι επιμελήθηκαν παρέα τον «Γ Παγκόσμιο».
Αυτός συνέβαλε να έρθει ο Ξυλούρης στην Αθήνα, τον πήγε μάλιστα σε ένα καλό εστιατόριο να φάνε να γιορτάσουν την συμφωνία.
Γίνονται κουνουπίδι. Του τραγουδά τραγούδια που έπαιζε με την λύρα του στα πανηγύρια. Από τις 12 το βράδυ μέχρι τις 7 το πρωί. «Έτσι γίνονται οι γάμοι» του είπε.
Το «Κοσμικόν» το έλεγε μάλιστα ο Θανάσης στις τελευταίες συναυλίες του.
Η Μυρσίνη είχε βρει κάπου τυχαία τις κασέτες και έβαλε την φωτιά να δουλευτούν αυτά τα τραγούδια από την αρχή.
Αυτός προσγείωνε τους τραγουδιστές όταν μάζευαν τα πρώτα εκατομμύρια, αυτός τους μάθαινε να τραγουδάνε «αθηνέζικα», δική του απόφαση ήταν ποιος θα πει τελικά μερικά από τα πιο θρυλικά τραγούδια της ελληνικής βιομηχανίας.
Γεννήθηκε και πέθανε «κόκκινος» όπως έλεγε, δεν του άρεσε ποτέ καμία άλλη πολιτική απόχρωση και μείξη.
Δεν ήθελε να πληρώνεται από τον 902 γιατί τους έλεγε: «Σε αυτήν την ηλικία να με ταΐζει η μάνα μου;»
Ήταν παραμυθάς, ήξερε όλες τις ιστορίες του κόσμου, ήταν ένας τεράστιος θρύλος του ελληνικού τραγουδιού, ένα εργατικό μυρμήγκι πίσω από τα φώτα, στις πλάτες του κουβάλησε τις λέξεις και τις νότες που σκάλισαν τη σύγχρονη κουλτούρα της Ελλάδας, της Ελλάδας των ποιητών, των δημιουργών, των σύγχρονων Οδυσσέων που ψάχνουν μια Ιθάκη ακόμα και χωρίς συντρόφους, με τον Ποσειδώνα απέναντι και τους μνηστήρες να τους τρώνε το βιός.
Ο Αχιλλέας Θεοφίλου σήμαινε πράγματα που ίσως η γενιά μου δε μπορεί καν να τα καταλάβει κι η απώλειά του θα είναι αναντικατάστατη σε έναν κόσμο που αλλάζει κι όσο αλλάζει μας τρομάζει.











