Στάση προσοχής στον κόκκινο ίλαρχο… - Φαιακία

Στάση προσοχής στον κόκκινο ίλαρχο…

Οι χου­νταί­οι τον ονό­μα­σαν κόκ­κι­νο ίλαρ­χο… και τον τίμη­σαν …”ανά­λο­γα” γι’ αυτό τον χαρα­κτη­ρι­σμό…. Οπως ται­ριά­ζει σε φασι­στι­κά καθάρ­μα­τα από την μία και σε περή­φα­νους ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ από την άλλη… Η ζωή δικαί­ω­σε αυτό τον τίτλο  και οι φίλοι και  σύντρο­φοι του αγώ­να και του πόνου τον ονό­μα­σαν και αυτοί κόκ­κι­νο … Εφυ­γε λοι­πόν από την ζωή ο Μιχά­λης Βαρ­δά­νης σε ηλι­κία 77 ετών και αφή­νει στη μνή­μη μας την σιω­πη­ρή χαρά της ανθρω­πιάς του και την περη­φά­νια για έναν δικό μας, που μετρά­ει περισ­σό­τε­ρο απ΄όλους τους… Τότε και τώρα…
Ο φίλ­τα­τος της ΦΑΙΑΚΙΑΣ Νίκος Ματζά­κος είχε την καλο­σύ­νη να μας κοι­νο­ποι­ή­σει το νεκρο­λο­γι­κό σημεί­ω­μα της φίλ­τα­της Νάντιας Βαλα­βά­νη στην ΑΥΓΗ. Το ανα­δη­μο­σιεύ­ου­με με πραγ­μα­τι­κή συγκίνηση…


Μιχά­λης Βαρ­δά­νης: Ο «κόκ­κι­νος ίλαρ­χος» της χούντας,
ο δικός μας «κόκ­κι­νος στρατηγός»

Στις 14 Ιανουα­ρί­ου έφυ­γε σχε­δόν ξαφ­νι­κά από κοντά μας σε ηλι­κία 77 ετών ο
πρό­ε­δρος όλων μας, επί μια δεκα­ε­τία μέχρι το 2005, στον ΣΦΕΑ ’67-74: ο
συνα­γω­νι­στής, σύντρο­φος και φίλος Μιχά­λης Βαρ­δά­νης, υπο­στρά­τη­γος ε.α. Μαζί με
τον Μιχά­λη Βαρ­δά­νη έφυ­γε μια σελί­δα της ελλη­νι­κής ιστο­ρί­ας, που χρειάζεται
ακό­μα χρό­νο για να κατα­γρα­φεί πλήρως
Ο Μιχά­λης ήταν άνθρω­πος απ’ αυτούς που, ελά­χι­στα να τους γνωρίσεις,
παρα­μέ­νει αξέ­χα­στος. Όσοι τον αγα­πή­σα­με και είχα­με συναί­σθη­ση του ρόλου που
έπαι­ξε στη στρα­τιω­τι­κή και πολι­τι­κή του δια­δρο­μή, κυριο­λε­κτι­κά δεν θα τον
ξεχά­σου­με ποτέ: Όσο βρι­σκό­μα­στε οι ίδιοι στη ζωή, ένα κομ­μά­τι απ’ τον Μιχά­λη, η
μνή­μη του, θα επι­βιώ­νει ακό­μα μαζί μας – με την αίσθη­ση ενός γλυ­κού πόνου.
Ακού­γο­ντας στην κηδεία του τον εκπρό­σω­πο των Ελλη­νι­κών Ενό­πλων Δυνά­με­ων να
απα­ριθ­μεί τα επι­χει­ρη­σια­κά και επι­τε­λι­κά πόστα, απ’ τα οποία πέρα­σε κατά τη στρατιωτική
του καριέ­ρα, συνει­δη­το­ποί­η­σα ότι μαζί του έφυ­γε μια σελί­δα της ελληνικής
ιστο­ρί­ας, που χρειά­ζε­ται ακό­μα χρό­νο για να κατα­γρα­φεί πλή­ρως. Ίσως όταν θα
‘χου­με φύγει όλοι όσοι τη ζήσα­με από μεγα­λύ­τε­ρη ή μικρό­τε­ρη από­στα­ση, να έχει
ωρι­μά­σει ο και­ρός για να μιλή­σουν πια άλλοι, οι ιστο­ρι­κοί του μέλ­λο­ντος, γι’
αυτήν.
Η στρα­τιω­τι­κή του καριέ­ρα, που συν­δέ­θη­κε με όλες τις φουρ­τού­νες και τα
γυρί­σμα­τα της ελλη­νι­κής ιστο­ρί­ας απ’ τη δεκα­ε­τία του ’60, ήταν «τρι­κυ­μι­σμέ­νη»
ήδη απ’ τα πρώ­τα του βήμα­τα: Απέ­κτη­σε τους πρώ­τους «ατι­μω­τι­κούς» χαρακτηρισμούς
στον στρα­τιω­τι­κό του φάκε­λο από τότε που, πολύ νεα­ρό ακό­μα αξιω­μα­τι­κό της
Σχο­λής Ευελ­πί­δων, ουσια­στι­κά τον προ­σή­γα­γαν ως μάρ­τυ­ρα κατη­γο­ρί­ας ενα­ντί­ον του
διοι­κη­τή του και άλλων κατη­γο­ρού­με­νων αξιω­μα­τι­κών στη Δίκη του «Ασπί­δα» κι
αυτός μετα­τρά­πη­κε σε αυτό­κλη­το μάρ­τυ­ρα υπε­ρά­σπι­σης. Τον είχαν ήδη όμως τότε
μετα­κα­λέ­σει από την Κύπρο, όπου υπη­ρε­τού­σε ως εθε­λο­ντής, μαζί με όλους τους
δημο­κρα­τι­κούς αξιω­μα­τι­κούς, στο πλαί­σιο της προ­ε­τοι­μα­σί­ας της από­συρ­σης της
Ελλη­νι­κής Μεραρ­χί­ας από την Κύπρο, που θα πραγ­μα­το­ποιού­σε τελι­κά η χού­ντα το
1968.
Η στρα­τιω­τι­κο­φα­σι­στι­κή δικτα­το­ρία της 21ης Απρι­λί­ου τον βρή­κε να
υπη­ρε­τεί ως ίλαρ­χος (λοχα­γός) των τεθω­ρα­κι­σμέ­νων στο Πολύ­κα­στρο Χαλ­κι­δι­κής: Θα
έπρε­πε κανο­νι­κά να διοι­κεί μια ίλη τανκς, στο στρα­τό­πε­δο βρι­σκό­ταν όμως
περιο­ρι­σμέ­νος, χωρίς καθή­κο­ντα, σε γρα­φείο σ’ ένα κορ­φο­βού­νι. Όχι για πολύ: Την
επαύ­ριο του πρα­ξι­κο­πή­μα­τος εμφα­νί­στη­κε στην ερη­μιά ένας ουλα­μός τανκς, απ’ αυτά
που είχαν γίνει το «σήμα κατα­τε­θέν» της «εθνο­σω­τη­ρί­ου επα­να­στά­σε­ως», για να τον
μετα­φέ­ρει «συνο­δεία» στο στρα­τό­πε­δο «μην τυχόν κάψω το βου­νό», όπως ανέ­φε­ρε με
τη γνω­στή του περι­παι­χτι­κή διά­θε­ση σε συνέ­ντευ­ξη στα «Επί­και­ρα» αμέ­σως μετά τη
δικτα­το­ρία. Εκεί, χωρίς να του απαγ­γελ­θεί οποια­δή­πο­τε κατη­γο­ρία, θα τεθεί
ουσια­στι­κά σε «απο­μό­νω­ση» – μέχρι την αλλα­γή διοι­κη­τή: Ο αντισυνταγματάρχης
Σταύ­ρος Κακα­βέ­λας θα του ανα­θέ­σει και πάλι τη διοί­κη­ση της 1ης ύλης
αρμά­των και θα τον μυή­σει στο κίνη­μα των βασι­λι­κών αξιω­μα­τι­κών. Εν ανα­μο­νή του
κινή­μα­τος, ο Βαρ­δά­νης θα οπλί­σει τα άρμα­τα της ύλης του με πραγματικά
πυρο­μα­χι­κά, πράγ­μα που απα­γο­ρευό­ταν αυστη­ρά. Μετά από «κάρ­φω­μα» μέσα απ’ το
στρα­τό­πε­δο, αξιω­μα­τι­κοί του 2ου Γρα­φεί­ου της Μεραρ­χί­ας θα
διε­νερ­γή­σουν αιφ­νι­δια­στι­κό έλεγ­χο στις 25.10.1967 και θα βρουν «αρμα­τω­μέ­να» τα
τανκς. Ο μεν διοι­κη­τής του μετα­τί­θε­ται σε μονά­δα επι­στρά­τευ­σης επει­δή έδωσε
διοί­κη­ση ίλης στον «κόκ­κι­νο ίλαρ­χο» (το παρα­τσού­κλι των χαφιέ­δων θα υιοθετηθεί
με αγά­πη από τους φίλους του στην υπό­λοι­πη ζωή του), ο δε Βαρ­δά­νης θα
απο­στρα­τευ­τεί την επό­με­νη ως «επι­κίν­δυ­νος» για τις Ένο­πλες Δυνά­μεις λόγω
εμπλο­κής με τον «Ασπί­δα»: Ήταν πολύ νωρίς ακό­μα για να στή­σουν στρατοδικεία
ενά­ντια σε εν ενερ­γεία αξιω­μα­τι­κούς, πιστο­ποιώ­ντας ότι υπάρ­χει «εσω­τε­ρι­κή
αντί­στα­ση» στους κόλ­πους του στρα­τεύ­μα­τος. Όμως, 2.500 μόνι­μοι αξιω­μα­τι­κοί και
υπα­ξιω­μα­τι­κοί απο­στρα­τεύ­τη­καν για πολι­τι­κούς λόγους στα χρό­νια της δικτατορίας.
Από τις 26 Οκτω­βρί­ου 1967 μέχρι το τέλος της δικτα­το­ρί­ας ο Μιχάλης,
από­τα­κτος πλέ­ον, θα σπου­δά­σει και θα πάρει το πτυ­χίο της Νομι­κής και θα
δικη­γο­ρή­σει, επί­σης, για σύντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα. Πρα­κτι­κά όμως θα συμμετάσχει
στον κεντρι­κό πυρή­να όλων των παρά­νο­μων αντι­δι­κτα­το­ρι­κών οργα­νώ­σε­ων αξιωματικών
και σε όλες τις προ­σπά­θειες για «κινή­μα­τα» στις Ένο­πλες Δυνά­μεις: Στους
«Ελεύ­θε­ρους Έλλη­νες» του Συνταγ­μα­τάρ­χη Δημή­τρη Οπρό­που­λου. Στην «Α-Α-Α»
(Αντί­στα­ση-Απε­λευ­θέ­ρω­ση-Ανε­ξαρ­τη­σία») του αντι­σμή­ναρ­χου ε.α. Τάσου Μήνη. Στο
Κίνη­μα του Ναυ­τι­κού, στο οποίο θα τον μυή­σει ο μαρ­τυ­ρι­κός Σπύ­ρος Μουστακλής.
Για τη δρά­ση του αυτή θα συλ­λη­φθεί τον Απρί­λη του 1972 ως μέλος της «Α-Α-Α»
μαζί με τον Μήνη.
Απε­λευ­θε­ρώ­νε­ται για να ξανα­συλ­λη­φθεί τον Σεπτέμ­βριο του 1972, αυτή τη φορά
για την (πρω­ϊ­μό­τε­ρη) συμ­με­το­χή του στους «Ελεύ­θε­ρους Έλλη­νες». Θα παραμείνει
βασα­νι­ζό­με­νος επί μήνες στο ΕΑΤ/ΕΣΑ: Αλύ­γι­στος. Θα οδγη­θεί τελι­κά στον
Κορυ­δαλ­λό, απ’ όπου θ’ αφε­θεί ελεύ­θε­ρος τον Δεκέμ­βριο του 1972.
Στο Κίνη­μα του Ναυ­τι­κού είχε ανα­λά­βει ως καθή­κον την κατά­λη­ψη της Σύρου, ο
πολε­μι­κός ναύ­σταθ­μος της οποία θα γινό­ταν το κέντρο των ναυ­τι­κών τους
επι­χει­ρή­σε­ων. Το σχέ­διο προ­δί­δε­ται και στις 1.6.1973 θα συλ­λη­φθεί μαζί με τον
Μου­στα­κλή και δεκά­δες άλλους αξιω­μα­τι­κούς και πολί­τες. Ο (Ανθυ­πο­πλοί­αρ­χος τότε)
και φίλος του Αντώ­νης Κακα­ράς θα γρά­ψει στο τρί­το­μο έργο του για τη σύγχρονη
ιστο­ρία των ενό­πλων δυνά­με­ων: «Ο Μου­στα­κλής κι ο Βαρ­δά­νης βασανίζονται
απάν­θρω­πα. Ο Μου­στα­κλής σέρ­νει τη βαριά ανα­πη­ρία του μέχρι τον θάνα­το του και
γίνε­ται το σύμ­βο­λο της αντί­στα­σης. Ο Βαρ­δά­νης βασα­νί­ζε­ται και πάλι επί τρίμηνο
στην απο­μό­νω­ση στο ΕΑΤ ΕΣΑ.» Μέσα απ’ την, ακό­μα φοβε­ρό­τε­ρη αυτή τη φορά, μάχη
με τους βασα­νι­στές του, θα βγει το ίδιο παλ­λη­κά­ρι. Θ’ απο­φυ­λα­κι­στεί και πάλι
τέλος Αυγού­στου 1973, αυτή τη φορά με τη γενι­κή πολι­τι­κή αμνη­στία που έδω­σε ο
Παπα­δό­που­λος προ­κει­μέ­νου να διε­ξά­γει το «δημο­ψή­φι­σμα», που θα τον ανακήρυσσε
«Πρό­ε­δρο της Δημο­κρα­τί­ας» και να δρο­μο­λο­γή­σει την «πολι­τι­κο­ποί­η­ση» της χούντας
με την Κυβέρ­νη­ση Μαρ­κε­ζί­νη – σχέ­δια που τίνα­ξε στον αέρα η εξέ­γερ­ση του
Πολυτεχνείου.
Στη δίκη των βασα­νι­στών του ΕΑΤ/ΕΣΑ ο Μιχά­λης θα δώσει μια απ’ τις πιο
συγκλο­νι­στι­κές κατα­θέ­σεις βασα­νι­σμέ­νου. Απα­ντώ­ντας ωστό­σο σε ερώτηση
στρα­το­δί­κη, θα δηλώ­σει ότι «δεν ήρθα με κέφι να κατα­θέ­σω». Κι ότι δεν
αισθά­νε­ται μίσος για τους βασα­νι­στές του, αλλά μόνο «βαθιά μελαγ­χο­λία», για το
πώς κατά­φερ­ναν να βασα­νί­ζουν ανθρώ­πους, ανά­με­σα τους «κι αυτούς που φορούσαν
την ίδια στολή».
Μετά τη δικτα­το­ρία ο Μιχά­λης Βαρ­δά­νης ήταν ανά­με­σα στα πρώ­τα ονό­μα­τα, που
υπέ­γρα­ψαν την ιδρυ­τι­κή Δια­κή­ρυ­ξη του ΠΑΣΟΚ της 3ης Σεπτέμ­βρης 1974
και παρα­βρέ­θη­κε στην παρου­σί­α­ση της – για ν’ αρχί­σει να παίρ­νει απο­στά­σεις ήδη
μερι­κούς μήνες αργό­τε­ρα. Εξαι­ρέ­θη­κε μαζί με ένα μικρό αριθ­μό αξιω­μα­τι­κών (μαζί
κι ο Αντώ­νης Κακα­ράς) απ’ την απο­κα­τά­στα­ση των αντι­στα­σια­κών αξιω­μα­τι­κών του
1975: Χρειά­στη­καν ένα χρό­νο κινη­το­ποι­ή­σεις για ν’ ανα­γκα­στεί ο τότε υπουργός
Εθνι­κής Άμυ­νας Ευάγ­γε­λος Αβέ­ρωφ με ειδι­κή νομο­θε­τι­κή ρύθ­μι­ση να τους
επα­νε­ντά­ξει στις τάξεις του στρα­τού, μόλις το 1976, απο­δί­δο­ντας τους και όλους
τους βαθ­μούς που είχαν χάσει.
Ο Μιχά­λης υπη­ρέ­τη­σε σε κρί­σι­μα, για το λαϊ­κό κίνη­μα, επι­τε­λι­κά πόστα κατά τη
δεκα­ε­τία του ΄80 – και το βοή­θη­σε όσο μπο­ρού­σε. Αρχές της δεκα­ε­τί­ας γνωρίστηκε
υπό ειδι­κές συν­θή­κες με τον Χαρί­λαο Φλω­ρά­κη, μια φιλία που άλλα­ξε τη ζωή του
και συνε­χί­στη­κε μέχρι τον θάνα­το του προ­έ­δρου, πλέ­ον, του ΚΚΕ. Μιλώ­ντας το 2008
στην εκδή­λω­ση της Κ.Ε. του ΚΚΕ για τα 3 χρό­νια από τον θάνα­το του Χαρίλαου,
ανέ­φε­ρε: «Κάθε φορά που μιλού­σα μαζί του, είχα την αίσθη­ση πως συνο­μι­λού­σα με
τη νεό­τε­ρη ιστο­ρία της Ελλά­δας.» Και πρό­τει­νε, μετα­ξύ άλλων, η στρατιωτική
τακτι­κή που ακο­λού­θη­σε ο Καπε­τάν Γιώ­της ως αρχη­γός του στρα­τιω­τι­κού σχηματισμού
του ΔΣΕ από τον Όρθρυ στον Όλυ­μπο και στον Γράμ­μο, καθώς κι η δεύ­τε­ρη αποστολή
του μετά τον Εμφύ­λιο, για να περά­σει μαχη­τές του Δημο­κρα­τι­κού Στρα­τού έξω απ’
τα σύνο­ρα, να διδά­σκε­ται στις στρα­τιω­τι­κές ακα­δη­μί­ες ως υπό­δειγ­μα τακτι­κής και
στρα­τη­γι­κής (νομί­ζω ότι διδά­σκε­ται σήμε­ρα στη Σχο­λή Πολέμου).
Ο Μιχά­λης απο­στρα­τεύ­τη­κε το 1990 (κυβέρ­νη­ση Μητσο­τά­κη) με τον βαθ­μό του
υπο­στρα­τή­γου. Έκτο­τε συμ­με­τεί­χε σε όλες τις περι­πέ­τειες του κινή­μα­τος και τους
αγώ­νες της Αρι­στε­ράς στο πλευ­ρό του ΚΚΕ.
Τη δεκα­ε­τή περί­ο­δο της θητεί­ας του (1995-2005) ως πρό­ε­δρος του Συνδέσμου
Φυλα­κι­σθέ­ντων κι Εξο­ρι­σθέ­ντων ’67-’74 έδω­σε μάχη για να κρα­τη­θεί ο σύνδεσμος
ενιαί­ος, με συμ­με­το­χή όλων των αγω­νι­στών ανε­ξάρ­τη­τα απ’ την πολι­τι­κή τους
τοπο­θέ­τη­ση, σε όχι εύκο­λες συν­θή­κες. Κι αυτά τα τελευ­ταία χρό­νια ιδιαίτερης
βαρ­βα­ρό­τη­τας που ζού­με, θεω­ρού­σε ότι αν είναι δύσκο­λη η συμπό­ρευ­ση της
Αρι­στε­ράς «από τα πάνω», είναι ανά­γκη να προ­ω­θη­θεί η κοι­νή της δράση
του­λά­χι­στον «από τα κάτω». Όταν την άνοι­ξη του 2011 του πρό­τει­να να υπογράψει
τη Δια­κή­ρυ­ξη της ΕΛΕ, της Επι­τρο­πής για το Λογι­στι­κό Έλεγ­χο του Χρέ­ους, δέχθηκε
χωρίς δεύ­τε­ρη κου­βέ­ντα να συμπε­ρι­λη­φθεί στα 100 ιδρυ­τι­κά της μέλη και
παρα­βρέ­θη­κε στην Ιδρυ­τι­κή της συνέ­λευ­ση στις 10 Μαρ­τί­ου στην ΕΣΗΕΑ. Όπο­τε τον
έβλε­πα, συνή­θως σε εκδη­λώ­σεις του Συν­δέ­σμου, κατά κανό­να εξαι­ρε­τι­κά «χαμη­λού
προ­φίλ», αθό­ρυ­βος, με το μόνι­μο πονη­ρό του μισό χαμό­γε­λο – μισό γελά­κι στα
χεί­λη και το ιδιό­μορ­φο χιού­μορ του κρε­μα­σμέ­νο απ’ το τσε­πά­κι, συνεννοούμασταν
περισ­σό­τε­ρο με τα μάτια παρά με λόγια. Τέτοιος ήταν ο άνθρω­πος που χάσαμε.
Για τους φίλους του στρα­τιω­τι­κούς, για τον αρχι­πλοί­αρ­χο ε.α. και συγγραφέα
Αντώ­νη Κακα­ρά, που μαθαί­νο­ντας τον θάνα­το του του έγρα­ψε αποχαιρετιστήρια
«επι­στο­λή» με τίτλο «Ίλαρ­χος Μιχά­λης Βαρ­δά­νης! Παρών!», ο Μιχά­λης θα παραμείνει
στην αιω­νιό­τη­τα καθη­λω­μέ­νος στον βαθ­μό του ιλάρ­χου – ο «κόκ­κι­νος ίλαρ­χος». Για
μένα θα είναι πάντα ο «κόκ­κι­νος στρα­τη­γός». Και κάπο­τε η ιστο­ρία θα γρά­ψει και
για τα υπόλοιπα.

Καλό ταξί­δι, Μιχάλη

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted