Ενα χρόνο πριν… - Φαιακία

Ενα χρόνο πριν…

Ετσι επι­γρά­φε­ται το άρθρο του Νίκου Σ. Παπα­δό­που­λου, εκπαι­δευ­τι­κού, που αντι­γρά­φου­με από την “Εφη­με­ρί­δα των Συντα­κτών“… Για να φρε­σκά­ρου­με και να χρω­μα­τί­ζου­με τη μνή­μη μας…

Διαδήλωση υπέρ του «όχι» στην πλατεία Συντάγματος


Δένο­μαι  στα κατάρ­τια της ζωής και γυρ­νάω στην Ιθά­κη, μετα­νιω­μέ­νος γι’ αυτά που έκα­να και γι’ αυτά που δεν έκανα.
Από­γευ­μα Παρα­σκευ­ής. Καλο­καί­ρι ελλη­νι­κό. Περί­ερ­γο καλοκαίρι.
Στά­ση Ηλιού­πο­λη. Η δεύ­τε­ρη μόλις στά­ση μετά την αφε­τη­ρία της γραμ­μής Ελλη­νι­κό – Ανθού­πο­λη και ο συρ­μός του μετρό μοιά­ζει ήδη με κον­σέρ­βα γεμά­τη με ανθρω­πο-σαρ­δέ­λες. Ανθρώ­πι­να μετέ­ω­ρα μέλη, πρό­σω­πα κου­ρα­σμέ­να, ιδρω­μέ­νες σκέ­ψεις, ταλαι­πω­ρη­μέ­νες ψυχές. Τώρα πια ο καθέ­νας δια­πραγ­μα­τεύ­ε­ται με την συνεί­δη­σή του, με το αύριό του, με την προ­ο­πτι­κή, με τα αδιέ­ξο­δά του. Σε ποια στά­ση του μετρό θα «κατέ­βει», Ακρό­πο­λη ή Σύνταγ­μα; Σε ποια στά­ση της ιστο­ρί­ας θα στα­μα­τή­σει το τραί­νο της πατρί­δας; Στην υπο­τα­γή ή στην αξιο­πρέ­πεια; Στο σίγου­ρο ή στο αβέ­βαιο; Στο γνω­στό ή στο άγνωστο;

Λίγες ώρες πριν, ραδιό­φω­να και τηλε­ο­ρά­σεις βρυ­χιού­νταν και ξέρ­να­γαν τρό­μο. Ο «θεί­ος» Γιούν­κερ με τη στορ­γή του πάστο­ρα καθώς μετα­λαμ­βά­νει τον μελ­λο­θά­να­το πριν την εκτέ­λε­σή του, μας είχε συμ­βου­λεύ­σει να δεχτού­με το φιλεύ­σπλα­χνο πακέ­το του. Κι όπως φώνα­ζε η γει­τό­νισ­σά μου από την κου­ζί­να της , εκεί­νο το κωλό­παι­δο στου Μαξί­μου δεν δεχό­ταν επι­τέ­λους τις προ­τά­σεις αυτού του καλού κυρί­ου. Ένας αγχω­μέ­νος συρ­μός, ένα λαχα­νια­σμέ­νο καλο­και­ρι­νό από­γευ­μα, μια χώρα διχα­σμέ­νη ανά­με­σα σε αυτούς που συνή­θι­σαν στις επι­σκέ­ψεις των «θεί­ων» με τα δωρά­κια τους και σε αυτούς που ανα­ζη­τού­σαν την ελπί­δα, το δια­φο­ρε­τι­κό, το «ψηλά το κεφά­λι», «το επι­τέ­λους ένα όχι» όπως τότε στα βου­νά της λευτεριάς.

Και η προ­πα­γάν­δα ατέ­λειω­τη, ύπου­λη, αδυ­σώ­πη­τη, συντρι­πτι­κή. Φόβος, φόβος, φόβος. Μια επαί­σχυ­ντη επέν­δυ­ση στον φόβο, στη φτώχεια,στις «ουρές», στις άδειες κατσα­ρό­λες, στα τελειω­μέ­να κωλό­χαρ­τα, στις κλει­στές τρά­πε­ζες , στα άδεια ΑΤΜ.

Στά­ση FIX. Η καχυ­πο­ψία στο ζενίθ της. Το βλέμ­μα περι­πο­λεί στο βαγό­νι , διε­ρευ­νώ­ντας δια­θέ­σεις, βολι­δο­σκο­πώ­ντας προ­θέ­σεις ψάχνο­ντας λύσεις και απα­ντή­σεις. Θέλει να εισβά­λει στα κεφά­λια των συνε­πι­βα­τών , να ξεκλει­δώ­σει τα σεντού­κια των σκέ­ψε­ων. Θέλει να απο­σφρα­γί­σει τα ολό­κλει­στα χεί­λια, να βαδί­σει στους δρό­μους και τις πλα­τεί­ες των ψυχών που συνω­στί­ζο­νται ολό­γυ­ρα. Το βλέμ­μα έχει αυτο­νο­μη­θεί από το σώμα και ψάχνει κρυ­φά νοή­μα­τα και μηνύ­μα­τα , γκρι­μά­τσες, γωνί­ες προ­σώ­πων, στά­σεις σωμά­των, απο­κού­μπια και οάσεις συντρο­φι­κό­τη­τας σ’ αυτό το ιδρω­μέ­νο οδοι­πο­ρι­κό στην έρη­μο του πουθενά.

Ανα­κα­τώ­νο­νται στην μαρ­μί­τα της προ­σμο­νής ένδο­ξες και μαύ­ρες σελί­δες από το χθες, έφο­δοι και πισω­γυ­ρί­σμα­τα, λιγο­ψυ­χί­ες και φτε­ρου­γί­σμα­τα, θρί­αμ­βοι και ενο­χές· το «έθνος» του καθε­νός μας εντός μας μυστη­ριώ­δες ,απρό­σμε­νο και διπο­λι­κό καιρο-
φυλα­κτεί για να ανα­στή­σει την ζωή από τον θάνα­το αυτής της σκυ­φτής καθη­με­ρι­νό­τη­τας ή να μακα­ρι­στεί εντα­φια­σμέ­νο για πάντα στο κενο­τά­φιο της υποταγής.

Στά­ση Ακρό­πο­λη. Οι πόρ­τες ανοί­γουν. Βγαί­νουν λίγοι…πολύ λίγοι…σχεδόν κανείς.

Μαζί με αυτούς βγαί­νει στην πλατ­φόρ­μα η αγω­νία και μια υπό­κω­φη βουή που έρχε­ται από τους προ­θά­λα­μους των ανθρώ­πι­νων κορ­μιών· από στή­θια και φάρυγγες.

Ένα βου­η­τό θαυ­μα­σμού και έκπλη­ξης. Τώρα ξέρεις. Είμα­στε πολ­λοί. Είμα­στε οι πολ­λοί. Ο κύβος ερρί­φθη ή τέλος πάντων «Carthago delenda est». Είμα­στε έτοι­μοι για την αντι­πα­ρά­θε­ση , για τους δύσκο­λους δρό­μους, για το κυνή­γι της αξιοπρέπειας.

Στά­ση Σύνταγ­μα. Οι πόρ­τες ανοί­γουν. Μαζί τους ανοί­γουν και τα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα των ψυχών.Τραβιούνται βίαια οι σκού­ρες κουρ­τί­νες των σκέ­ψε­ων και των φοβιών. Το πάθος σαν ένα ορμη­τι­κό ποτά­μι ξεχύ­νε­ται στην πλατ­φόρ­μα της ανά­τα­σης. Τώρα απε­λευ­θε­ρώ­νο­νται τα χεί­λια και οι καρ­διές από τα δεσμά των συμ­βά­σε­ων. Ψάχνει ο καθέ­νας τη χαμέ­νη του φωνή και δια­πι­στώ­νει ότι του την έχει δανει­στεί ο διπλα­νός του και τότε τα μάτια φουρ­του­νιά­ζο­νται από το αλμυ­ρό νερό της δικαίωσης.

– Νίκο, τι πράγ­μα είναι αυτό; Κόπη­καν τα γόνα­τά μου, θέλω να κλαίω συνέχεια.
– Βού­λα ρού­φη­ξε τις στιγ­μές μέχρι το τέλος. Σήμε­ρα γρά­φε­ται ιστο­ρία και είμα­στε παρόντες.

Τα μέτω­πα λιβα­κώ­νο­νται από τη ζέστη, οι φλέ­βες των λαι­μών ξεχει­λί­ζουν από την οργή, τα λαρύγ­για ξερ­νά­νε πάθος.
Αυτό το ατέ­λειω­το μελίσ­σι κατευ­θύ­νε­ται προς την πλα­τεία της απε­λευ­θέ­ρω­σης και ο βόμ­βος του είναι μια γιγά­ντια κραυ­γή: «Αλή­τες – Ρου­φιά­νοι – Δημοσιογράφοι».
Παρα­σκευή ενός Ιού­λη δια­φο­ρε­τι­κού · να μη τελειώ­σει ποτέ ρε γαμώ­το αυτή η γιορτή.

Τρεις μέρες ροβό­λα­γε το ΟΧΙ μας σε δρό­μους, πλα­τεί­ες και ταρά­τσες. Ήταν παντού γύρω μας, κρυ­φά και φανε­ρά, συνω­μο­τώ­ντας, χαμο­γε­λώ­ντας, δακρύ­ζο­ντας και προσ­δο­κώ­ντας, δρο­σί­ζο­ντας τις άνυ­δρες ψυχές, ανε­μί­ζο­ντας της σημαί­ες του δίκιου και της δικαίωσης.

Όταν τη Δευ­τέ­ρα το πρωί γύρι­σε ξενυ­χτι­σμέ­νο σπί­τι, το κλει­δί δεν ξεκλεί­δω­νε την πόρ­τα. Ο ιδιο­κτή­της του σπι­τιού, ο «Θεί­ος» είχε αλλά­ξει την κλειδαριά.

Ξοφλή­σα­με άρα­γε; Ξοφλήσαμε;
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted