Από τον Νίκο Γόδα ως τον Παύλο Φύσσα… - Φαιακία

Από τον Νίκο Γόδα ως τον Παύλο Φύσσα…

…Υπάρ­χει ένα λεπτό νήμα τιμής και αξιο­πρέ­πειας…. Δυσ­διά­κρι­το στους και­ρούς των businessmen, των εκσυγ­χρο­νι­στών, των “προ­ο­δευ­τι­κών”, των …ανα­πτυ­ξια­κών, των υπε­ρά­νω, των “κοι­τά­με προς τα μπρός”… Εάν νήμα, που σαν χτές πριν από 68 χρό­νια (19η Νοέμ­βρη 1948) βάφτη­κε στα ερυ­θρό­λευ­κα… Πρω­τα­γω­νι­στής -με όλη τη σημα­σία- ένας νέος ταλα­ντού­χος ποδο­σφα­ρι­στής του Ολυ­μπια­κού που συνή­θι­σε να λέει τα μεγά­λα ΟΧΙ…Στην κατο­χή και μετά… Και απέ­να­ντί του αυτοί που ήξε­ραν καλά να λένε τα ρυπα­ρά ΝΑΙ. Οι δοσί­λο­γοι, ταγ­μα­τα­σφα­λί­στες, Γερ­μα­νο­τσο­λιά­δες και υπο­ταγ­μέ­νοι στους Αγγλο-Αμε­ρι­κά­νους σωτή­ρες… Σε αυτούς είπε το μεγά­λο του ΟΧΙ ο Νίκος Γόδας !!! Φορώ­ντας την ερυ­θρό­λευ­κη φανέλ­λα… Που την τίμη­σε όσο ελά­χι­στοι… Οπως ίσως και ο Ανδρέ­ας Μου­ρά­της, που ανα­δεί­χθη­κε σε πρω­τα­γω­νι­στή της διά­σω­σης του Πει­ραιά από την ανα­τί­να­ξη, που σχε­δί­α­ζαν οι Γερ­μα­νοί, όντας ο ίδιος Ελα­σί­της. Ο ίδιος ο Ανδρέ­ας ζήτη­σε από τον τότε πρό­ε­δρο του Ολυ­μπια­κού να παρέμ­βει για να σώσει τον Νίκο Γόδα από την εκτέ­λε­ση. Η απά­ντη­ση βάζει τα πρά­μα­τα στη θέση τους: Ας πρό­σε­χε !!!
Δέκα εννιά του Νοέ­βρη και ως Φαί­α­κες έχου­με το προ­νό­μιο να αγνα­ντεύ­ου­με μία ζεστη, ηλιό­που­στή μέρα το Λαζα­ρέ­το… Εκεί, που στον τοί­χο του σατή­θη­κε ο Νίκος Γόδας, όωπς και άλλα παλη­κά­ρια, πρω­το­πό­ροι της παναν­θρώ­πι­νης λευτεριάς… 
Τρία χρό­νια περά­σα­νε από τότε, που ο Παύ­λος Φύσ­σας, νέο παλη­κά­ρι ορα­μα­τι­στής και καλ­λι­τέ­χνης, κρά­τη­σε στο χέρι του το ερυ­θρό­λευ­κο νήμα, που έπλε­ξε ο Νίκος Γόδας και άλλοι λιγό­τε­ρο γνω­στοί για αυτή τη δρά­ση τους… Δεν τον έστη­σαν στον τοί­χο τον Παύ­λο. Τον μαχαί­ρω­σαν κάτι λεβε­ντό­παι­δα, γνή­σιοι από­γο­νοι των εκτε­λε­στών -φυσι­κών και ηθι­κών- του Νίκου Γόδα.
Αντι­γρά­φου­με και σας παρου­σιά­ζου­με ένα κεί­με­νο για τον Νίκο Γόδα, από τον ιστό­το­πο Sport24 σε επι­μέ­λεια του Θοδω­ρή Ρούσ­σου.

Νίκος Γόδας: Στο απόσπασμα με την ερυθρόλευκη

Η ιστο­ρία του Νίκου Γόδα, που εκτυ­λί­χθη­κε στις Φυλα­κές της Κέρ­κυ­ρας το 1948, κατα­δει­κνύ­ει την αχα­λί­νω­τη δύνα­μη της ψυχής. Της ανθρώ­πι­νης ψυχής, που όταν γιγα­ντω­θεί και συνα­ντη­θεί με το πάθος, δεν λογα­ριά­ζει τίπο­τα. Ούτε καν το θάνατο!
ίκος Γόδας υπήρ­ξε ποδο­σφαι­ρι­στής του Ολυ­μπια­κού την περί­ο­δο 1943-44 και η ασπρό­μαυ­ρη φωτο­γρα­φία που βλέ­πε­τε, είναι η τελευ­ταία που έστει­λε στους γονείς του.
“Αφιε­ρω­μέ­νη στη μανού­λα μου και στον πατέ­ρα μου εις ένδει­ξη σεβα­σμού και αγά­πης. Φυλα­κές Κέρ­κυ­ρας 22/2/48”, γρά­φει πάνω σε αυτήν, λίγο πριν πάει στο εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα, όντας κατα­δι­κα­σμέ­νος σε θάνατο.

 

Ο υπε­ρή­φα­νος αυτός άνδρας, που λάτρε­ψε όσο λίγοι τον Ολυ­μπια­κό, γεν­νή­θη­κε το 1921 στο Αϊβα­λί. Βρέ­θη­κε στη Μυτι­λή­νη μετά τη μικρα­σια­τι­κή κατα­στρο­φή και εν συνε­χεία στην Κρή­τη, λίγο πριν ριζώ­σει στην Παλαιά Κοκ­κι­νιά του Πει­ραιά. Το ποδό­σφαι­ρο ήταν η δια­φυ­γή του από τη σκλη­ρή καθη­με­ρι­νό­τη­τα και την προ­σπά­θεια του ίδιου και της οικο­γέ­νειάς του για επι­βί­ω­ση. Είχε περά­σει ο δύσκο­λος χει­μώ­νας της μεγά­λης πεί­νας του ’41 και είχε αρχί­σει να ανα­πτύσ­σε­ται στοι­χειω­δώς μια αθλη­τι­κή δραστηριότητα.
Ο ίδιος είχε ταλέ­ντο στη μπά­λα και αυτό φάνη­κε στην ομά­δα της Κοκ­κι­νιάς, όπου πρω­το­φό­ρε­σε ποδο­σφαι­ρι­κό φανε­λά­κι και σορτς. “Ο βασι­λιάς του ξερού”, τον αποκαλούσαν!
Εν μέσω του πολέ­μου, ο Γόδας πραγ­μα­το­ποιεί το παι­δι­κό του όνει­ρο, που δεν ήταν άλλο να φορέ­σει την ερυ­θρό­λευ­κη ριγω­τή φανέ­λα του κοσμα­γά­πη­του και λατρε­μέ­νου Ολυ­μπια­κού. Παράλ­λη­λα, ανα­πτύσ­σει έντο­νη αντι­στα­σια­κή δρά­ση ως μέλος του 5ου Επί­λε­κτου Λόχου του ΕΛΑΣ στην Κοκκινιά.
Το 1942 αγω­νί­ζε­ται δίπλα στον Βάζο, τον Ανα­μα­τε­ρό, τον Συμε­ω­νί­δη, τον Γραμ­μα­τι­κό­που­λο και σκο­ρά­ρει για πρώ­τη φορά ως ποδο­σφαι­ρι­στής του Ολυ­μπια­κού σε βάρος του Εθνι­κού και εν συνε­χεία και επί του Απόλλωνα.
Τον Μάιο του 1943 αγω­νί­ζε­ται βασι­κός απέ­να­ντι στον Πανα­θη­ναϊ­κό στον τελι­κό ενός τουρ­νουά που διορ­γά­νω­σε ο Δήμος Πει­ραιά και τον Δεκέμ­βριο του ίδιου έτους πρω­τα­γω­νι­στεί στον τελι­κό του Κυπέλ­λου Χρι­στου­γέν­νων, όπου ο Ολυ­μπια­κός συντρί­βει 5-2 τον Παναθηναϊκό.
Μια από τις σπάνιες φωτογραφίες, με πρωταγωνιστή το Νίκο Γόδα
Βασι­κός στους αγώ­νες του Ολυ­μπια­κού, “βασι­κός” και στον αγώ­να για τη λευ­τε­ριά ενα­ντί­ον των Γερ­μα­νών. Στη μάχη της “Ηλε­κτρι­κής” στο Κερα­τσί­νι, βρι­σκό­ταν στα πολυ­βο­λεία. “Πρώ­τη γραμ­μή” και στη μάχη της Κοκ­κι­νιάς, την 7η Μαρ­τί­ου του 1944. Τον Δεκέμ­βρη του 1944 ο εχθρός έχει αλλά­ξει και ο Γόδας πλέ­ον πολε­μά τους Άγγλους στο νεκρο­τα­φείο της Ανά­στα­σης στον Πειραιά.
Αρχές του 1945, παθαί­νει πνευ­μο­νία και επι­στρέ­φει από το Βελού­χι (όπου είχε απο­σπα­στεί) στην Αθή­να. Τον “κάρ­φω­σαν”. Συνε­λή­φθη και οδη­γεί­ται στις φυλα­κές της Αίγι­νας. Το σώμα του ήταν φυλα­κι­σμέ­νο, όχι όμως και το πνεύ­μα του: Η μάχη, ο αγώ­νας, η μπά­λα, ο Ολυ­μπια­κός, ήταν φλό­γες που έκαι­γαν μέσα του. Ακό­μα στην Αίγι­να έπαι­ζε ποδό­σφαι­ρο στην ομά­δα που είχε δημιουρ­γη­θεί από τους φυλακισμένους.
Κατό­πιν οδη­γεί­ται στην απο­μό­νω­ση των φυλα­κών της Κέρ­κυ­ρας. Ο Γόδας μαζί με τα άλλα Πει­ραιω­τά­κια, τον Λού­βα­ρη και τον Κου­φα­δά­κη, ακό­μα και λίγο πριν το από­σπα­σμα, σχε­διά­ζουν πώς θα στή­σουν την ομά­δα όταν βγουν από τη φυλακή.
Η μοί­ρα του είναι προ­δια­γε­γραμ­μέ­νη… Στις 13 Ιου­λί­ου του 1945, ο Νίκος Γόδας και άλλοι 10 συνα­γω­νι­στές του, κατα­δι­κά­ζο­νται σε θάνατο.
Στη φυλα­κή της Κέρ­κυ­ρας έμει­νε τρία χρό­νια. Μέχρι να ξημε­ρώ­σει η 19η Νοεμ­βρί­ου του 1948…
Στο σημείο αυτό, επι­τρέψ­τε μας να μετα­φερ­θού­με όλοι μας νοε­ρά σε εκεί­νο το πρω­ι­νό. Ακρι­βώς, όπως μας είχε ταξι­δέ­ψει με τη μονα­δι­κή του περι­γρα­φή στις “Θρυ­λι­κές Ιστο­ρί­ες” ο συγ­γρα­φέ­ας Αλέ­ξης Σταμάτης…
Στο κελί κάνει αφό­ρη­το κρύο. Ο βοριάς περο­νιά­ζει. Στο βάθος της αυλής, βλέ­πει ένα δέντρο. Ψηλό, περή­φα­νο, μοιά­ζει άνθρω­πος. Εστιά­ζει το βλέμ­μα του για ώρα. Ωραίο, δέντρο, μόνο, ελεύ­θε­ρο, με τα κλα­διά του να απλώ­νο­νται και τα φύλ­λα να κυμα­τί­ζουν στον αέρα. Ξαφ­νι­κά, από το βάθος του δια­δρό­μους ακού­γε­ται η φωνή του αγρυπνητή:

 

“Έρχο­νται, σύντρο­φοι, ετοιμαστείτε”.
Τα χωνιά είναι έτοι­μα από νωρίς. Ακού­ει τα βήμα­τα του φύλα­κα. Η πόρ­τα ανοίγει.
“Γόδας! Σε θέλουν στη διεύθυνση”.
Η ώρα έχει φτά­σει. Βγά­ζει την ερυ­θρό­λευ­κη φανέ­λα από το καρ­φί και ακο­λου­θεί τον φύλα­κα στο γρα­φείο. Ο διευ­θυ­ντής κρα­τά­ει ένα στυ­λό, έχει μπρο­στά του ένα χαρ­τί, ένα χαρ­τί που το ξέρει καλά.
“Τελευ­ταία σου ευκαι­ρία ποδο­σφαι­ρι­στή. Υπογράφεις;”
Ούτε κατα­δέ­χε­ται να απαντήσει.
“Κατα­λα­βαί­νεις τι σημαί­νει αυτό;”
“Ναι”.
“Αγύ­ρι­στο κεφά­λι είσαι. Έχεις καμιά τελευ­ταία επιθυμία;”
Ο Νίκος ζητά­ει να του δώσουν το άσπρο σορ­τσά­κι, που του ‘χαν κρα­τη­μέ­νο. Δίνει κι ένα σημεί­ω­μα για τους συγ­γε­νείς του. “Θέλω να ζήσε­τε καλά. Πεθαί­νω για την πατρί­δα και τα ιδα­νι­κά μου. Αν κάνε­τε γιο, να του δώσε­τε το όνο­μά μου” – το είχε γρά­ψει από μέρες (οι συγ­γε­νείς του θα τον τιμή­σουν: Ο αδερ­φός του, Δημή­τρης, θα ονο­μά­σει την κόρη του, Νίκη).
Βάζει την ερυ­θρό­λευ­κη φανέ­λα, κι έτσι ντυ­μέ­νος με τη στο­λή της ομά­δας που τόσο είχε αγα­πή­σει, ακο­λου­θεί τους αστυ­φύ­λα­κες στην έξο­δο. Με το που τον βλέ­πουν να βαδί­ζει στο διά­δρο­μο, οι συγκρα­τού­με­νοί του αρχί­ζουν να φωνά­ζουν με τα χωνιά το σύν­θη­μα που συνό­δευε κάθε εκτέ­λε­ση: “Κερ­κυ­ραϊ­κέ λαέ, σήμε­ρα πάλι παίρ­νουν αγω­νι­στές της Εθνι­κής Αντί­στα­σης για εκτέ­λε­ση”. Σαν χορός αρχαί­ας τραγωδίας.
“Νενι­κή­κα­μεν! Ζήτω οι Ολυ­μπιο­νί­κες του Σοσια­λι­σμού. Γεια σας συνα­θλη­τές μου”, ήταν τελευ­ταία λόγια του φεύ­γο­ντας από τη φυλα­κή, όπως τα δια­σώ­ζει ο συγκρα­τού­με­νός του εκεί­να τα χρό­νια, Στα­μά­της Σκούρτης.
Ο Νίκος περ­νά­ει την έξο­δο της φυλα­κής ντυ­μέ­νος με την εμφά­νι­ση του Ολυ­μπια­κού, σαν να βγαί­νει στο γήπε­δο. Τον μετα­φέ­ρουν στο Λαζα­ρέ­το, ένα νησά­κι έξω από το λιμά­νι. Σε λίγη ώρα ο παί­κτης του Θρύ­λου βρί­σκε­ται μπρο­στά στο εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα, ενώ ο ήλιος μόλις είχε κάνει δει­λά την εμφά­νι­σή του πίσω από τα βουνά.
Οι φυλακές της Κέρκυρας και το Αστικό Νοσοκομείο, όπως φαίνονταν από το Παλιό Φρούριο, πριν αναπτυχθεί το σημερινό άλσος
Το από­σπα­σμα στη θέση του. Ο Νίκος φωνά­ζει:“Mε δολο­φο­νεί­τε με τη φανέ­λα του Ολυ­μπια­κού! Μη μου δέσε­τε τα μάτια για να βλέ­πω τα χρώ­μα­τα της ομά­δας μου πριν από τη χαρι­στι­κή βολή”.
Ο αξιω­μα­τι­κός σηκώ­νει το χέρι. Οι στρα­τιώ­τες έχουν απέ­να­ντί τους έναν συμπα­τριώ­τη τους, έναν συνο­μί­λη­κο νεα­ρό αθλη­τή. Κάποιοι τρέ­μουν λίγο. Η δια­τα­γή: “Πυρ!”. Το κόκ­κι­νο απλώ­νε­ται στο κόκ­κι­νο. Ο Νίκος φεύ­γει, ψηλά, για την τελευ­ταία κεφα­λιά. Νικητής!
Ο Νίκος Γόδας, εκτε­λέ­στη­κε ως κομ­μου­νι­στής στις 19 Νοεμ­βρί­ου του 1948 στη νησί­δα Λαζα­ρέ­το της Κέρ­κυ­ρας, φορώ­ντας την εμφά­νι­ση του Ολυ­μπια­κού, την ερυ­θρό­λευ­κη φανέ­λα και το λευ­κό σορτσάκι…
*** Ο άνθρω­πος που έχει βάλει ως στό­χο ζωής να προ­βά­λει το έργο, τη ζωή και τις ιδέ­ες του Νίκου Γόδα, είναι ο ανι­ψιός του, Χρή­στος Γόδας. Ο νεα­ρός σκη­νο­θέ­της από τον Πει­ραιά γυρί­ζει ένα ντο­κι­μα­ντέρ για τον ξεχω­ρι­στό πρό­γο­νό του, περι­γρά­φο­ντας μετα­ξύ άλλων την ασύ­γκρι­τη αγά­πη που είχε για τον Ολυ­μπια­κό. Για εκεί­νον, ο θεί­ος του ήταν ένας ήρω­ας που πέθα­νε με την ερυ­θρό­λευ­κη φανέ­λα. Ενας άνθρω­πος που πέθα­νε για τα ιδα­νι­κά του, τον Ολυμπιακό…
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted