«Φυσικά είμαστε φασίστες. Υπάρχει κανένα πρόβλημα;» - Φαιακία

«Φυσικά είμαστε φασίστες. Υπάρχει κανένα πρόβλημα;»

Το ανα­πα­ρά­γου­με, όπως το δια­βά­σα­με στο ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ άνευ σχο­λί­ων… Ξέρου­με, ότι ασχο­λή­θη­καν στην εκπο­μπή τους στον Real FM o Νίκος Μπο­γιό­που­λος και η Κατε­ρί­να Ακρι­βο­πού­λου
Εμείς, θα θέλα­με να θέσου­με το (μάλ­λον ρητο­ρι­κό) ερώ­τη­μα: το γνω­ρί­ζουν καλά το ζήτη­μα τόσο αυτοί που ετοι­μά­ζο­νται να κυβερ­νή­σουν συντό­μως όσο και οι άλλοι, που σχε­διά­ζουν την …μετα­κομ­μου­νι­στι­κή κοινωνία;;;


Της Μαρι­νί­κης Αλε­βι­ζο­πού­λου
και του Αυγου­στί­νου Ζίνά­κου – «Unfollow»
Σχο­λή Αξιω­μα­τι­κών της ΕΛ.ΑΣ: «Φυσι­κά είμα­στε φασί­στες. Υπάρ­χει κανένα
πρό­βλη­μα;
»
Η φρά­ση ανή­κει σε δόκι­μο αξιω­μα­τι­κό της ελλη­νι­κής αστυ­νο­μί­ας. Αυριανό
στέ­λε­χος ή ακό­μα και μελ­λο­ντι­κό αρχη­γό του Σώμα­τος. Ειπώ­θη­κε -μετα­ξύ άλλων
τερά­των- κατά τη διάρ­κεια σεμι­να­ρια­κού μαθή­μα­τος στη Σχο­λή Αστυ­νο­μι­κών στην
Αμυ­γδα­λέ­ζα παρου­σία μάλι­στα εκπαι­δευ­τών. Η καθη­γή­τρια εγκλη­μα­το­λο­γί­ας που
παρέ­δω­σε τις δια­λέ­ξεις δέχτη­κε να μας μιλή­σει. Τα όσα εξι­στο­ρεί αποτελούν
αντι­κεί­με­νο μιας ΕΔΕ, που όμως καθυ­στέ­ρη­σε ένα χρόνο.
Από το «λευ­κό πόρι­σμα» που έδω­σε στη δημο­σιό­τη­τα το Υπουρ­γείο Προ­στα­σί­ας του
Πολί­τη, αμέ­σως μετά τις συλ­λή­ψεις των μελών της Χρυ­σής Αυγής, σχε­τι­κά με την
έρευ­να που διε­ξή­γα­γε η Διεύ­θυν­ση Εσω­τε­ρι­κών Υπο­θέ­σε­ων της ΕΛ.ΑΣ για τη
δια­σύν­δε­ση αστυ­νο­μι­κών με το νεο­να­ζι­στι­κό μόρ­φω­μα, πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με ότι «από τα
στοι­χεία που αξιο­λο­γή­θη­καν και παρου­σιά­ζο­νται στην έκθε­ση, δεν διαπιστώνονται
συγκρο­τη­μέ­νες ομά­δες εν ενερ­γεία αστυ­νο­μι­κών, που να επι­διώ­κουν κοινό
εγκλη­μα­τι­κό σκο­πό και να τελούν μετα­ξύ τους σε τέτοια σχέ­ση ώστε να αισθάνονται,
ένα­ντι αλλή­λων, ως ενιαίο μονά­δα. Δεν συγκρο­τού­νται πυρή­νες ή αδια­φα­νείς φράξιες
ή παρα­συ­νταγ­μα­τι­κοί πόλοι στην Ελλη­νι­κή Αστυ­νο­μία, που σι : σύνο­λο της αποτελεί
πυλώ­να της δημο­κρα­τι­κής τάξης».
Πριν λίγες ημέ­ρες, η ανα­πλη­ρώ­τρια καθη­γή­τρια Εγκλη­μα­το­λο­γί­ας στο Πανεπιστήμιο
Paris 11 και πρώ­ην σύμ­βου­λος του υπουρ­γεί­ου Προ­στα­σί­ας ίου Πολί­τη επί Χρήστου
Παπου­τσή Ανα­στα­σία Τσου­κα­λά κλή­θη­κε, στο πλαί­σιο Ένορ­κης Διοι­κη­τι­κής Εξέτασης,
να κατα­θέ­σει την εμπει­ρία της από τις δια­λέ­ξεις που παρέ­δω­σε στη Σχολή
Αξιω­μα­τι­κών της Ελλη­νι­κής Αστυ­νο­μί­ας στην Αμυ­γδα­λέ­ζα πριν από ένα χρό­νο. Το θέμα
των δια­λέ­ξε­ων ήταν ο ρατσι­σμός και η ξενο­φο­βία. Η εμπει­ρία της είναι κάτι
περισ­σό­τε­ρο από απο­κα­λυ­πτι­κή και σε πλή­ρη αντί­θε­ση με τα συμπε­ρά­σμα­τα της
Διεύ­θυν­σης Εσω­τε­ρι­κών Υποθέσεων.

Αντι­ρα­τσι­στι­κή διά­λε­ξη στη
Αμυγδαλέζα

Τον Ιανουά­ριο του 2013, ο τότε Διοι­κη­τής της Σχο­λής Αξιω­μα­τι­κών της Ελληνικής
Αστυ­νο­μί­ας ταξί­αρ­χος Γεώρ­γιος Σταύ­ρα­κας ενη­με­ρώ­νει την κ. Τσου­κα­λά ότι το
πρό­γραμ­μα σπου­δών της Σχο­λής Αξιω­μα­τι­κών της Αστυ­νο­μί­ας στην Αμυ­γδα­λέ­ζα θα
περι­λάμ­βα­νε εφε­ξής έναν κύκλο σεμι­να­ρί­ων με θέμα το ρατσι­σμό και την ξενοφοβία
και την προ­σκα­λεί να κάνει μια σει­ρά σχε­τι­κών δια­λέ­ξε­ων στους δόκιμους
αξιω­μα­τι­κούς του 2ου, 3ου και 4ου εκπαι­δευ­τι­κοί, τμή­μα­τος. Αυτό ισο­δυ­να­μεί με
τους 2ετείς, 3ετείς και 4ετείς φοι­τη­τές μιας Πανε­πι­στη­μια­κής Σχο­λής. Αποδέχεται
την πρό­σκλη­ση, αλλά αρνεί­ται να λάβει την προ­βλε­πό­με­νη αμοιβή.
Έτσι λοι­πόν στις 28 Φεβρουα­ρί­ου και στις 4 Μαρ­τί­ου πραγ­μα­το­ποιεί δύο δίωρες
δια­λέ­ξεις στους δόκι­μους αξιω­μα­τι­κούς του 4ου εκπαι­δευ­τι­κού τμή­μα­τος. Οι
δια­λέ­ξεις, οι οποί­ες βιντε­ο­σκο­πού­νταν φανε­ρά, πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­καν ομα­λά. «Το
περιε­χό­με­νο των δια­λέ­ξε­ων βιντε­ο­σκο­πή­θη­κε για παι­δα­γω­γι­κούς σκο­πούς αλλά, απ”
ό,τι έμα­θα, δεν τέθη­κε ποτέ στη διά­θε­ση των δοκί­μων και έχει πλέ­ον σβη­στεί. Έχω
κρα­τή­σει όμως τη δική μου ηχο­γρά­φη­ση των δια­λέ­ξε­ων» μας λέει.
Στις 5 Μαρ­τί­ου ακο­λου­θεί η πρώ­τη δίω­ρη διά­λε­ξη στους δόκι­μους αξιωματικούς
του 3ου εκπαι­δευ­τι­κού τμή­μα­τος, στην onoiα επα­να­λαμ­βά­νει ουσια­στι­κά όσα είχε πει
στις προη­γού­με­νες. Στο τέλος της διά­λε­ξης παρα­χω­ρεί στους δόκι­μους ένα τέταρτο
για να θέσουν τυχόν ερω­τή­σεις. Η συζή­τη­ση διήρ­κε­σε τελι­κά 45 λεπτά. Αξί­ζει να
σημειω­θεί ότι σε όλη τη διά­λε­ξη και τη συζή­τη­ση παρευ­ρί­σκο­νταν στην αίθου­σα οι
εκπαι­δευ­τές των δοκί­μων αξιω­μα­τι­κών, οι οποί­οι παρέ­μει­ναν απο­λύ­τως αμέ­το­χοι στα
γεγο­νό­τα που ακο­λου­θούν απο­φεύ­γο­ντας να κάνουν συστά­σεις στους δόκιμους.
Οι περή­φα­νοι φασί­στες της
Αστυνομίας
«Πήρε αρχι­κά το λόγο ένας δόκι­μος που μου ανα­κοί­νω­σε ότι δια­φω­νού­σε ριζι­κά με
όλα όσα είχα πει διό­τι δεν δεχό­ταν ότι οι μετα­νά­στες ήταν ίσοι με τους Έλληνες.
Σχο­λιά­ζο­ντας τη δήλω­σή του, εξή­γη­σα ότι, μιλώ­ντας με πολι­τι­κούς όρους, η αποδοχή
της ανι­σό­τη­τας μετα­ξύ των ανθρώ­πων, με βάση φυλε­τι­κά ή εθνο­τι­κά κρι­τή­ρια, δεν
προ­σι­διά­ζει στη δημο­κρα­τία αλλά σε καθε­στώ­τα αυταρ­χι­κά και ολοκληρωτικά,
φασι­στι­κού τύπου. Ο δόκι­μος συμ­φώ­νη­σε αβί­α­στα μαζί μου, λέγο­ντας: «Μα,
είμα­στε φασί­στες. Και είμα­στε περή­φα­νοι που είμα­στε φασί­στες. Υπάρ­χει κανένα
πρό­βλη­μα;»». Η δήλω­σή του προ­κά­λε­σε ενθου­σιώ­δη χει­ρο­κρο­τή­μα­τα από τους
συμ­φοι­τη­τές του
. Η κ. Τσου­κα­λά, πάλι, επι­χεί­ρη­σε να εξη­γή­σει ότι «οι
πολί­τες δεν ενδια­φέ­ρο­νται για ιις πολι­τι­κές πεποι­θή­σεις των αστυ­νο­μι­κών. Αυτό
που προσ­δο­κούν είναι να μην επη­ρε­ά­ζο­νται οι αστυ­νο­μι­κοί από τις πολι­τι­κές τους
πεποι­θή­σεις κατά την άσκη­ση των καθη­κό­ντων τους διό­τι σε ένα κρά­τος δικαί­ου οι
αστυ­νο­μι­κο: οφεί­λουν να εφαρ­μό­ζουν το νόμο ουδέ­τε­ρα και απρό­σω­πα, ούτως ώστε να
εξα­σφα­λί­ζε­ται η ισονομία».
Η απά­ντη­σή της αυτή προ­κά­λε­σε την αντί­δρα­ση ενός άλλοι δόκι­μου, ο οποί­ος της
είπε ότι, ως καθη­γή­τρια εγκλη­μα­το­λο­γί­ας, θα όφει­λε να γνω­ρί­ζει ότι «ο νόμος δεν
έχει αυτο­τε­λή αξία για­τί είνα κοι­νω­νι­κή κατα­σκευή, που αντα­να­κλά τις εκάστοτε
πολι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές ισορ­ρο­πί­ες». «Συμ­φώ­νη­σα θεω­ρη­τι­κά με το σχό­λιο του» μας
εξη­γεί «προσ­διο­ρί­ζο­ντας όμως ότι το δημο­κρα­τι­κό πολί­τευ­μα βασί­ζε­ται, μεταξύ
άλλων, στο ότι οι πολί­τες απο­δέ­χο­νται, κοι­νή συναι­νέ­σει, τη συμ­βα­τι­κή αλήθεια
του νόμου ως κρα­τού­σα αρχή ρύθ­μι­σης του δημό­σιου και ιδιω­τι­κού βίου. Συμπλήρωσα
λέγο­ντος ότι, επει­δή όλοι γνω­ρί­ζουν ότι το συμ­βα­τι­κό δεν μπο­ρεί να ε ίνα μόνιμο,
όλοι απο­δέ­χο­νται τον προ­σω­ρι­νό χαρα­κτή­ρα της εκά­στο­τε νομο­θε­τι­κής ρύθμισης,
χωρίς όμως να αμφι­σβη­τούν την ισχύ της – πράγ­μα που δηλώ­νε­ται σαφώς από τη φράση
«Νόμος ορίζει».
Η διευ­κρί­νι­ση αυτή προ­κά­λε­σε την έντο­νη αντί­δρα­ση ι δόκι­μου, ο οποίος
απά­ντη­σε ότι «Είναι απα­ρά­δε­κτο να ζητά από έναν αστυ­νο­μι­κό να εφαρ­μό­ζει νόμους
με τους οποί­ους δια­φω­νεί Ο αστυ­νο­μι­κός έχει κρι­τι­κό πνεύ­μα και δεν μπο­ρεί παρά
να εφαρ­μό­σει μόνο τους νόμους εκεί­νους με τους οποί­ους συμ­φω­νεί. Το «νόμος
ορί­ζει» είναι υπο­κρι­τι­κό και δεν δεσμεύ­ει τον αστυ­νο­μι­κό».  Η δήλω­σή του
συνο­δεύ­τη­κε και πάλι από τα ενθου­σιώ­δη χει­ρο­κρο­τή­μα­τα των συμφοιτητών
του.
Οι χαρ­το­για­κά­δες, ο Χίτλερ και η
σημαία
Η καθη­γή­τρια επι­χει­ρεί εκ νέου να δια­πι­στώ­σει αν του­λά­χι­στον θεω­ρούν ότι
δεσμεύ­ο­νται από την ιεραρ­χία τους. «Είπα ότι, σε τελευ­ταία ανά­λυ­ση, δεν έχει
μεγά­λη σημα­σία το αν συμ­φω­νούν ή δια­φω­νούν με το περιε­χό­με­νο του νόμου που
καλού­νται να εφαρ­μό­σουν διό­τι. στο βαθ­μό που εκτε­λούν τις εντο­λές των ανωτέρων
τους, είναι τελι­κά πολύ πιθα­νό να εφαρ­μό­σουν πιστά το νόμο.
Πήρε τότε το λόγο ένας άλλος δόκι­μος, που δήλω­σε απα­ξιω­τι­κά ότι «στην
Κατε­χά­κη είναι όλοι τους ανί­κα­νοι, άχρη­στοι χαρ­το­για­κά­δες, στην υπη­ρε­σία της
κάθε κυβέρ­νη­σης». Ολο­κλή­ρω­σε τη σκέ­ψη του, εν μέσω γενι­κής θυμη­δί­ας, λέγοντας
ότι είναι αδια­νό­η­το να ζητάω από έναν αστυ­νο­μι­κό να προ­σαρ­μό­σει τη δρά­ση του
στις εντο­λές που δέχε­ται από αξιω­μα­τι­κούς που, αφε­νός, επι­διώ­κουν να προωθήσουν
την εκά­στο­τε κυβερ­νη­τι­κή πολι­τι­κή και, αφε­τέ­ρου, είναι άσχε­τοι προς τα
επι­χει­ρη­σια­κά ζητή­μα­τα που προ­κύ­πτουν εν ώρα δράσης».
Στην προ­σπά­θειά της να εντο­πί­σει ένα γενι­κά απο­δε­κτό σημείο ανα­φο­ράς, που να
θεω­ρούν ότι τους δεσμεύ­ει κατά την άσκη­ση των καθη­κό­ντων τους, τους υπενθύμισε
ότι θα ορκι­στούν πίστη στο Σύνταγ­μα και τους νόμους του κρά­τους και τους ρώτησε
αν προ­τί­θε­νται να γίνουν επί­ορ­κοι. «Μου απά­ντη­σε ένας άλλος δόκιμος
διευ­κρι­νί­ζο­ντας ότι «ο όρκος στο Ευαγ­γέ­λιο δεσμεύ­ει μόνο τους
χρι­στια­νούς και όχι τους φασί­στες που, συνή­θως, είναι παγα­νι­στές»»
.
Και αυτή η δήλω­ση προ­κά­λε­σε γενι­κή θυμηδία
και ενθου­σιώ­δη χειροκροτήματα.
Καθώς η συζή­τη­ση εξε­λισ­σό­ταν σε ένα ορια­κά πολι­τι­σμέ­νο πλαί­σιο, πήρε το λόγο
ένας άλλος δόκι­μος επα­νερ­χό­με­νος στο θέμα των εθνι­κών συμ­βό­λων, που είχε
ανα­λύ­σει στη διά­λε­ξή της. Έχο­ντας ανα­πτύ­ξει το επι­χεί­ρη­μα ότι η ξενοφοβία
υπο­δη­λώ­νει αδύ­να­μη εθνι­κή ταυ­τό­τη­τα (διό­τι ένας ισχυ­ρός πολι­τι­σμός δεν κλείνεται
στον εαυ­τό του, αλλά ανοί­γε­ται με αυτο­πε­ποί­θη­ση προς τους άλλους πολιτισμούς),
είχε εξη­γή­σει ότι η εμμο­νι­κή προ­βο­λή εθνι­κών συμ­βό­λων εκφρά­ζει πολιτισμική
παρακ­μή και όχι ισχύ, προ­σθέ­το­ντας ότι, αντί­θε­τα από ό,τι νομί­ζουν οι
εθνι­κι­στές, η εμμο­νι­κή χρή­ση των εθνι­κών συμ­βό­λων δεν συνι­στά εκδή­λω­ση εθνικής
υπε­ρη­φά­νειας αλλά ομο­λο­γία αγω­νί­ας για τη φθί­νου­σα ισχύ του έθνους. Μετα­ξύ των
δια­φό­ρων παρα­δειγ­μά­των εμμο­νι­κής χρή­σης εθνι­κών συμ­βό­λων, είχε ανα­φέ­ρει τη
δια­δε­δο­μέ­νη παρα­ποί­η­ση της στο­λής των αστυ­νο­μι­κών με την προ­σθή­κη της ελληνικής
σημαίας.

«Θίγο­ντας λοι­πόν το σημείο αυτό, ο δόκι­μος με ρώτη­σε επι­θε­τι­κά αν ντρεπόμουν
για τη σημαία που κυμά­τι­ζε στο προαύλιο
και για το εθνό­ση­μο που κοσμού­σε το
βάθρο από όπου μιλού­σα- Προ­κα­τα­λαμ­βά­νο­νιας την όποια απά­ντη­ση μου, δήλω­σε ότι
εκεί­νος ήταν περή­φα­νος για τη σημαία, για­τί «γι” αυτήν τη σημαία είχε δώσει το
αίμα του ο πατέ­ρας του, και ο πατέ­ρας του πατέ­ρα του. όταν πολε­μού­σαν για την
πατρί­δα». Τόνι­σε επο­μέ­νως ότι έθε­τε τη μελ­λο­ντι­κή δου­λειά του στην υπηρεσία
αυτής της σημαί­ας, στην υπη­ρε­σία της πατρί­δας του, διό­τι «όταν μπαί­νει στο
περι­πο­λι­κό ξέρε ότι πάει για πόλε­μο, και στον πόλε­μο μόνο η σημαία τον
εμπνέει”

Όταν κόπα­σαν τα θυελ­λώ­δη χει­ρο­κρο­τή­μα­τα των συμ­φοι­τη­τών του, τον ρώτη­σα να
μου πει ποιος ήταν ο εχθρός του στον πόλε­μο αυτό. Καθώς δεν μου απά­ντη­σε, έθεσα
την ερώ­τη­ση σε όλους τους δόκι­μους. Την τέταρ­τη συνε­χό­με­νη φορά που έθε­σα το
ερώ­τη­μα «Ποιος είναι ο εχθρός σας όταν μπαί­νε­τε στο περι­πο­λι­κό;», μια φωνή από
το βάθος της αίθου­σας είπε ειρω­νι­κά «ο κακο­ποιός ποιος άλλος;» προκαλώντας
γενι­κή θυμηδία».
Στις 7 Μαρ­τί­ου η κ. Τσου­κα­λά επι­στρέ­φει για τη δεύ­τε­ρη δίωρπ διά­λε­ξη στους
δόκι­μους αξιω­μα­τι­κούς του ίδιου τμή­μα­τος. Στο ακρο­α­τή­ριο υπήρ­χαν ανά­με­σα στους
δόκι­μους ορι­σμέ­νοι μεσή­λι­κες, αγνώ­στων λοι­πών στοι­χεί­ων. «Πριν ξεκι­νή­σω τη
διά­λε­ξη μου, ζήτη­σα από τους δόκι­μους να με βοη­θή­σουν να κατα­λά­βω πόσο καλά
γνώ­ρι­ζαν τα θέμα­τα που είχα­με θίξει την προη­γού­με­νη φορά.
Ρώτη­σα αν μπο­ρού­σε κάποιος να μου εκθέ­σει συνο­πτι­κά τα κύρια σημεία του
φιλο­σο­φι­κού και πολι­τι­κού συστή­μα­τος το οποίο, κατά δήλω­σή τους, ασπά­ζο­νταν οι
περισ­σό­τε­ροι παρευ­ρι­σκό­με­νοι δόκι­μοι, και να μου εξη­γή­σει τη θέση που κατέ­χει το
άτο­μο σε μια φασι­στι­κή κοι­νω­νία. Μου απά­ντη­σαν δύο εντυ­πω­σια­κά καλά
καταρ­τι­σμέ­νοι δόκι­μοι, οι οποί­οι δεν αρκέ­στη­καν στην παρου­σία των βασικών
χαρα­κτη­ρι­στι­κών που είχα ζητή­σει, αλλά άρχι­σαν ν- ανα­λύ­ουν διε­ξο­δι­κά τις
ιδε­ο­λο­γι­κές και πολι­τι­κές δια­φο­ρές μεταξν Φράν­κο, Μου­σο­λί­νι και Χίτλερ, τις
σχέ­σεις του φασι­σμού με το τρα­πε­ζι­κό σύστη­μα, τα αίτια της διαφορετικής
αντι­με­τώ­πι­σης του εβραϊ­κού στοι­χεί­ου από τη μια χώρα στην άλλη κ.ο.κ. Ζήτησαν
τον λόγο και άλλοι δόκι­μοι, προ­κει­μέ­νου να ανα­πτύ­ξουν άλλες πτυ­χές του θέματος,
αλλά δεν τους τον παρα­χώ­ρη­σα για­τί κιν­δύ­νευα να μην έχω πλέ­ον επαρ­κή χρό­νο να
ολο­κλη­ρώ­σω τn διά­λε­ξη μου. Στο τέλος της διά­λε­ξης, παρα­χώ­ρη­σα το λόγο στους
δόκι­μους για τυχόν ερω­τή­σεις. Δεν μου τέθη­κε καμία ερώτηση.
Η ΕΔΕ που άργη­σε έναν χρόνο
Όταν ολο­κλή­ρω­σε τον κύκλο των δια­λέ­ξε­ών της, κατήγ­γει­λε τα έκτρο­πα στην
ηγε­σία της ΕΛ.ΑΣ. «Την 1 η Απρι­λί­ου 2014, με πήραν τηλέ­φω­νο στο Παρί­σι από την
ΕΛ.ΑΣ για να μου ανα­κοι­νώ­σουν ότι διε­ξα­γό­ταν ΕΔΕ για τα έκτρο­πα του Μαρ­τί­ου 2013
και ότι με καλού­σαν να καταθέσω».
Τη ρωτά­με αν θεω­ρεί ότι η καθυ­στέ­ρη­ση του ενός χρό­νου και το γεγο­νός ότι την
επό­με­νη ακρι­βώς ημέ­ρα από το τηλε­φώ­νη­μα που δέχτη­κε απο­κα­λύ­φθη­κε το περιβόητο
βίντεο Κασι­διά­ρη-Μπαλ­τά­κου είναι τυχαία γεγο­νό­τα ή προ­σπά­θεια εκ μέρους της
κυβέρ­νη­σης να φιλο­τε­χνή­σει το δημο­κρα­τι­κό της προ­φίλ, ξεθά­βο­ντας από το συρτάρι
υπο­θέ­σεις σαν κι αυτή. «Δεν είμαι σε θέση να γνω­ρί­ζω τι συνέ­βη ενδια­μέ­σως. Μετά
την αρχι­κή μου καταγ­γε­λία και μέχρι το τηλε­φώ­νη­μα αυτό δεν είχα άλλη ενημέρωση.
Όταν κατέ­στη­σα σαφές ότι δεν μπο­ρού­σα να μετα­βώ άμε­σα στην Αθή­να για να δώσω
κατά­θε­ση, μου δόθη­κε η εντύ­πω­ση ότι η ΕΔΕ είχε επεί­γο­ντα χαρα­κτή­ρα. Όταν, στα
μέσα Απρι­λί­ου, ανα­κοί­νω­σα ότι ήμουν δια­θέ­σι­μη συνει­δη­το­ποί­η­σα πως η πίε­ση για
άμε­ση διε­ξα­γω­γή της ΕΔΕ είχε ατο­νή­σει. Τελι­κά, η ΕΔΕ ξεκί­νη­σε όταν έδωσα
κατά­θε­ση στις 20 Μαΐ­ου 2014».
Τα γεγο­νό­τα που καταγ­γέλ­λει η κ. Τσου­κα­λά δεί­χνουν ότι στην Ελληνική
Αστυ­νο­μία δεν υπάρ­χουν απλώς «θύλα­κες» της Χρυ­σής Αυγής ή «ακρο­δε­ξιά
στα­γο­νί­δια». Δεί­χνουν επί­σης ότι η υπο­στή­ρι­ξη της αστυ­νο­μί­ας προς τη Χρυ­σή Αυγή,
που μαρ­τυ­ρεί­ται από τη συντρι­πτι­κή ψήφο των αστυ­νο­μι­κών υπέρ των νεο­να­ζί και
στις πρό­σφα­τες Ευρω­ε­κλο­γές, δεν είναι ούτε συγκυ­ρια­κό φαι­νό­με­νο ούτε σύμπτωμα
της κρί­σης. Απε­να­ντί­ας, η εικό­να που σχη­μα­τί­ζε­ται είναι αυτή της
συστη­μα­τι­κής καλ­λιέρ­γιας των φασι­στι­κών ιδε­ών κατά την εκπαί­δευ­ση των
αστυ­νο­μι­κών και μάλι­στα τόσο απρο­κά­λυ­πτα ώστε οι αυρια­νοί υπη­ρέ­τες του
δημο­κρα­τι­κού νόμου να μη νιώ­θουν ούτε καν φόβο να δια­τυ­μπα­νί­σουν ότι είναι
φασίστες.
0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Oldest
Newest Most Voted