Η φανέλα του Γιούτσου - Φαιακία

Η φανέλα του Γιούτσου

Το σημεί­ω­μα, που παρα­τί­θε­ται το λάβαμε
από τον φίλ­τα­το Στέ­φα­νο Πάντο… 
Δεν είναι δικό του… Το διά­βα­σε στο fb και μας το κοι­νο­ποί­η­σε. Και πολύ καλά
έκα­νε…. Για πολ­λούς λόγους. Αυτή την ώρα όμως χρειά­ζε­ται να θυμη­θού­με (τόχου­με σχε­δόν ξεχά­σει) , πως ο μαζικός
αθλη­τι­σμός, όπως το ποδό­σφαι­ρο δεν είναι εγγε­νώς εγκληματικός. 
Η χυδαία
επαγ­γελ­μα­το­ποί­η­σή του σε συν­θή­κες βαθιάς καθο­λι­κής συστη­μι­κής σήψης, οδη­γεί σε
φαι­νό­με­να σαν το πρό­σφα­το στην Ν. Φιλαδέλφεια.

Πόσο μοιά­ζει το πνεύ­μα αυτού του σημειώματος
με το αντί­στοι­χο  του καρ­διο­λό­γου δ/ντή
στο Θριά­σιο Νοσο­κο­μείο Χρι­στό­φο­ρου Ολύ­μπιου, που παρου­σιά­σα­με πριν λίγες μέρες [Απλά,
σοφά λόγια.
(https://faiakas.blogspot.com/2023/08/blog-post_22.html)]
.

 

Ο Νίκος Γιού­τσος, γεν­νή­θη­κε στην
Καστο­ριά. Όμως, μεγά­λω­σε στην Ουγ­γα­ρία. Κυνη­γη­μέ­νοι οι δικοί του, πολιτικοί
πρό­σφυ­γες σε μία ξένη, μα, φιλό­ξε­νη χώρα.

Το 1964, ήρθε στον Ολυ­μπια­κό, με
βοή­θεια κι από τον Μανώ­λη Γλέ­ζο, όπου αγω­νί­στη­κε μέχρι το 1974.

Όμως, δεν ήταν όλα ρόδι­να. Άρχι­σε να
αγω­νί­ζε­ται, το 1965.

Για­τί; Δεν είχε… ελληνική
υπηκοότητα.

Κι όταν άρχι­σε να συμμετέχει,
“παλιο­κομ­μου­νι­στή” τον φώνα­ζαν, οι ανό­η­τοι αντί­πα­λοι στις κερκίδες
της επο­χής. 
Υπήρ­χαν και τότε…

Το 1973, στη διάρ­κεια παι­γνι­διού στο
“Καραϊ­σκά­κης” ο συμπαί­κτης του Ρομαίν Αργυ­ρού­δης, ντρί­πλα­ρε ολόκληρη
την αντί­πα­λη άμυ­να -πρέ­πει να ήταν του Άρη- και πάσα­ρε στον Γιού­τσο, σχε­δόν στο
άδειο τέρμα.

Εκεί­νος πέτυ­χε γκολ, το γήπε­δο άρχισε
να φωνά­ζει ρυθ­μι­κά το όνο­μά του.

Κι αυτός;

Τους έκα­νε νόη­μα, να σταματήσουν.

Κι όταν σίγη­σαν τα πάντα, σήκω­σε το
χέρι του και τους έδει­ξε τον Αργυρούδη.

– Αυτόν, τους είπε, αυτόν
χειροκροτήστε.

Μεγα­λείο ψυχής, από έναν θρύ­λο του
Θρύλου…

Κάποια παρα­μο­νή Χρι­στου­γέν­νων, δεν
μπό­ρε­σα να κοι­μη­θώ, περί­με­να τον θείο μου, από την Αθή­να. Μου είχε τάξει, τη
φανέ­λα του Γιούτσου…

Μύρι­ζε ο ιδρώ­τας του, από τον αγώνα
της Κυριακής.

Καμά­ρω­να και περίσ­σευε η μαγκιά μου,
μπρο­στά στα κορί­τσια, στις εκδρο­μές, στο ποδό­σφαι­ρο, στο σχο­λείο δίπλα στους
φίλους και συμ­μα­θη­τές μου…

Κάποιο από­γευ­μα, είδα τον πατέ­ρα μου,
να επι­στρέ­φει από τα περι­βό­λια και να την φοράει.

Βρε πατέ­ρα, τη φανέ­λα του Γιού­τσου στο περι­βό­λι;
του είπα θυμωμένος.

Με κοί­τα­ξε γελώντας.

Δεν είσαι καλά, μου απάντησε,
θα σε πάω σε… για­τρό.

Στην τελευ­ταία μετα­κό­μι­ση προς την
Αμφια­ρά­ου στα Σεπό­λια, πρέ­πει να χάθηκε.

Όπως χάθη­κε και μία ολό­κλη­ρη εποχή.

Τότε, που οι ποδο­σφαι­ρι­στές, έπαιζαν
και για την φανέ­λα, για τον κόσμο που τους λάτρευε.

Τότε που, στα γήπε­δα, δεν υπήρ­χαν: ούτε σύν­δε­σμοι, ούτε μαχαι­ρο­βγάλ­τες, ούτε
κρυμ­μέ­νοι φασίστες!

 

  

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
1 Comment
Oldest
Newest Most Voted

Αξέ­χα­στες επο­χές, και όχι μόνον επει­δή είμα­στε τότε νέοι!!!